12/29/2007

les amands de la mar


Δεν ξέρω αν η Αμαλία Τσακνιά είχε κάπως-πώς δει τους εραστές του Magritte, διαβάζοντας όμως την "θλίψη" της χθες βράδυ, δεν μπόρεσα -κι ας διαφωνούσαν κάποια απ' τα νοήματά μου- παρά να φέρω στο μυαλό μου αυτήν εδώ τήν εικόνα :





ΘΛΙΨΗ

Ή θλίψη έχει το πρόσωπο σημαδεμένο
γι' αυτό κυκλοφορεί με δυσκολία
πάντα φοράει ένα σφιχτό μαντήλι
μακριά απ'τά φώτα,
τους μεγάλους δρόμους
γι' αυτό μόλις μπορέσει νά ξεφύγει
θά τρέξει σάν πουλί κυνηγημένο
σε κάποιο πάρκο σιωπηλό
μονάχη
κι εκεί θά βγάλει τό μαντήλι
θ'ανασάνει
ωραία μες στά ξέπλεκα μαλλιά της

ωραία με το πρόσωπο σημαδεμένο.


Αμαλία Τσακνιά, Αθήνα 1978 συλλογή Αφύλακτη διάβαση
Ποιήματα 1969-1984, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2000.


Δεν ξέρω άν ειναι δείγμα υγείας, πάντως δεν εχω καμμιά διάθεση φέτος να κάνω
ευχες γενικών και αιωνίων αγαθών ούτε και διαρκείας . Έτσι οι ευχές μου εξικνούνται στο ¨καλή πρωτοχρονιά", " καλά χριστούγεννα" "καλό σαββατοκύριακο" και τέτοια... Ίσως γιατί απλά νοστάλγησα τη θάλασσα, και τις μουσικές που την θυμίζουν κι ένα πάρτυ χωρίς μαντήλια!


12/22/2007

Άϊρα και Κάϊρα

έτσι έλεγαν οι γιαγιάδες μου, «Άϊρα και Κάϊρα»!

Κι οι γιαγιάδες μου, δεν ήσαν όποιες κι όποιες.

Ήσαν η πρωτογενής μου οικογένεια! Πρόσωπα δεσπόζουσας θέσης στην καρδιά, από εκείνα που είτ’ ενδυναμώνουν είτε ξεστρατίζουν τη ζωή σου η και τά δυό μαζί. Αγαπώσες, παρούσες, μόνες κι αυτάρκεις.
Μεγάλη ιστορία οι γιαγιάδες μα άλλο είναι τό θέμα μου.
«Άϊρα και Κάϊρα» λοιπόν, αποκαλούσαν τους «παντού τόπους»! τους τόπους δηλ. απ’ όπου επιστρέφουν εκείνοι που γυρίζουν σάν σβούρες την σβούρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Τους τόπους που πάς όταν χάνεσαι. Όχι τους τόπους που επιστρέφεις, αλλά τους τόπους που χάνεσαι....
«Που ήσουν Όλυφ άϊρα και κάϊρα;»
(«και γιατί γύρισες ;» όπως θα πρόσθετε ό Τ.Λ. ανακρίνοντας τήν μνήμη γλυκά).

Κάπως έτσι, το Κάϊρο γράφτηκε σάν ο τόπος που οπωσδήποτε θα ήταν μακρινός κι άπροσδιόριστος ακόμη κι αν επρόκειτο για την διπλανή πόλη. Και τέτοιος, παραδόξως, γινόταν ακόμη περισσότερο όσο πιό πολλά μάθαινα γι’ αυτόν, όσο περισσότερα συγκέντρωνα σε λέξεις, γεύσεις, μυρωδιές, εικόνες, στίχους και κυρίως ήχους.

Ποτέ μου δεν σκέφτηκα τό Κάϊρο σαν τόπο επιστροφής, ούτε όμως σάν πέρασμα.

«Μια πόλη γίνεται ένας κόσμος όταν αγαπάει κανείς κάποιον απ τους κατοίκους της» , λέει ο Ντάρρελ.

Για κάποιο λόγο τό Κάϊρο ήταν για μένα ένας τόπος δέντρο που θα βρισκόταν σταθερά πάντα εκεί για να σου θυμίζει πως πιό κάτω είναι οι φοινικιές κι η Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια, πόλη που νοσταλγούσα απο παιδί χωρίς να έχω συναντήσει κανέναν της κάτοικο εκτός απο στίχους του βέβαια.

Και να τώρα, χάρη στο ξεφυλλισμα του αγαπημένου μου «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου» του Ντάρρελ που τέτοια μέρα γιορτής μου δώρισε η Κ., του Νείλου τ’ αμμοχώραφα κι όχι μονάχα η Αλεξάνδρεια μοιάζουν περισσότερο με τόπο της επιστροφής φέροντας και τό Κάϊρο-δέντρο πιό κοντά. Διαβάζω ξανά:

«Πλατεία Ζαγλούλ-ασημικά περιστέρια στο κλουβί. Ένα θολωτό υπόγειο με μιά σειρά μαύρα βαρέλια, πνιγμένο στον καπνό απο τις τηγανιτές μαρίδες και την μυρωδιά του ρετσινάτου. Ένα μύνημα ορνιθοσκαλισμένο στο περιθώριο μιάς εφημερίδας. Εδώ έχυσα κρασί στο μαντώ της κ ενώ την βοηθούσα να επανορθώσει τη ζημιά άγγιξα τυχαία τά στήθια της. Δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Στο μεταξύ ο Περσγουόρντεν μιλούσε τόσο ωραία για τήν Αλεξάνδρεια και την πυρκαγιά τής βιβλιοθήκης της. Στο δωμάτιο από πάνω ένα κακομοίρικο παιδί στριγγλίζει απο μηνιγγίτιδα....»

Λώρενς Ντάρρελ , Αλεξανδρινό Κουαρτέτο , Ιουστίνη, μετφ Αιμίλιος Χουρμούζιος

Αργότερα βέβαια, μιά ξεχωριστή Πρωτοχρονιά άκουσα στην Αθήνα την Οm Kalsoum...


12/02/2007

To ραδιόφωνο του Μπρέχτ


Το σπίτι του Βertolt Brecht και της & Helene Weigel βρίσκεται σε μιά άχαρη συνοικία στό Σαρλότεμπουργκ, στο ακρόριο του παλιού ανατολικού Βερολινέζικου τομέα, δίπλα στo "γαλλικό", όπως λεγόταν τό '53 , νεκροταφείο.

Απο τον κήπο του παλιού δίπατου σπιτιού της Chausseestrasse, βλέπεις τά λουλούδια και τίς ταφόπλακες του κοιμητηρίου κι ανάμεσά τους εκείνες τών Hegel και Fichte .

Το σπίτι είναι όμορφο τήν άνοιξη, μα όλες οι εποχές το λούζουν στό φώς αιτία για το χρώμα τών στοιβαγμενων απο τοίχο σε τοίχο βιβλίων, που ανάμεσά τους μετράς ικανότατο όγκο αρχαιοελληνικής γραμματείας και άπω-ανατολικής ποίησης!

Εκτός απο τόν κινεζικό πάπυρο με τα χαϊ κού στο στενό υπνοδωμάτιο, δύο είναι τά αντικείμενα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου .
Τό ένα απο αυτά, το ραδιόφωνο του συγγραφέα .

Ο Μπρέχτ εμπιστευόταν την τεχνολογία και πίστευε πώς η χρήση της μπορεί όχι μόνο να υπηρετήσει την τέχνη, αλλά και να συμβάλλει διαμεσολαβητικά τόσο στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας όσο και τής ίδιας τής τέχνης δημιουργώντας ενεργητικούς ακροατές . Χαρακτηριστικά έγραφε το 1932:

"Το ραδιόφωνο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο μεσο για την εγκαθίδρυση μιάς δημόσιας επικοινωνίας, ένα τεράστιο δίκτυο απο καλωδιώσεις .
Δηλαδή αυτο θα μπορούσε να συμβεί αν ξέραμε πώς να δεχτούμε εξίσου όπως μεταδίδουμε , πώς να αφήσουμε τόν ακροατή να μιλήσει εξίσου όπως ακροάζεται , πώς να επικοινωνησουμε μαζί του αντι να τον απομονώνουμε . Στην βαση αυτή το ραδιόφωνο δεν θά ήταν ο παροχέας μιά επιχείρησης αλλά ο οργανισμός τών παροχέων ακροατών του"

Der Rundfunk als Kommunikationsapparat" in Bjitter des Hessischen Landestheaters Darmstadt, No. 16, July 1932]


Πέρα όμως απο τίς κοινωνικές του πεποιθήσεις γιά τό ραδιόφωνο, τό ίδιο το ραδιόφωνο-αντικείμενο, το μικρό εκείνο παλιό κουτάκι με τά κουμπιά στο υπνοδωμάτιο, ό Brecth φαίνεται να το αγαπούσε πολύ. Τόσο πολύ:


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ:

Μικρό μου κουτί,
που με κρατούσες συντροφιά
Στίς αποδράσεις μου
Κι εγώ σε φρόντιζα
Μην πάθεις τίποτα
Και σ' έπαιρνα μαζί μου
Απ'τό σπίτι στο καράβι
Κι απ' τό καράβι στο τραίνο
Ήσουν εκεί δίπλα στο κρεβάτι μου
Ακόμα και στις ώρες του πόνου
Απ'τό πρωί μέχρι τό βράδυ
Για να μπορούν οι εχθροί μου
Να μου μιλούν γιά τις νίκες τους
Να μου λένε πόσο νοιάζονται γιά μένα,
Θέλω να μού υποσχεθείς
Πώς δεν θά σωπάσεις ξαφνικά

Bertold Brecht
Mτφρσ. Μιχάλης Μήτρας
δημ. "η Λέξη", 132, τευχ. 1000, μάρτης-απρίλης '96


Δεν ξέρω πώς μου 'ρθε ξαφνικά να γράψω γιά τον Μπρέχτ και τό ραδιόφωνό του. Εγώ τα ποιήματα του Μανώλη Αναγνωστάκη σκεφτόμουν απόψε. Ας είναι.


11/27/2007



Lilac wine

Στο τέλος τής μέρας
η γεύση σου ζαλισμένη,

απλώνεται βελούδινη
στα συρματοπλέγματα

τής αγκαλιάς μου,

Lilac wine θεϊκα απο τον Jeff Buckley

11/26/2007



"Ye gods, what havoc does ambition make among your works!"

Joseph Addison



Beauty 'n havoc
Ο Edward Burtynsky η Jennifer Baichwl

και τα μηχανοποιημένα τοπία:



11/17/2007

Running in the rain

Προσπαθούσε εδώ κι ένα εικοσιτετράωρο να γράψει κάτι, αλλά είχε μπερδευτεί. Μπορεί και να ‘χε κουραστεί η θυμώσει. Ήταν κι η δουλειά που είχε κολλήσει. Κι ο κακός καιρός. Χθες κ σήμερα έβρεχε ανελέητα. Το βράδυ πέφτανε καρεκλοπόδαρα απ’ το πατάρι και το πρωί στάζανε οι μύτες απ τις μαρκίζες πάνω στους σβέρκους των περαστικών. Τώρα άνοιξε πάλι σε λιακάδα.
Τι ψυχασθένεια! μουρμούρισε. Θα μας τρελάνει όλους αυτή η εναλλαγή, θ’ αρχίσουμε να λιποθυμάμε ομαδικά στους δρόμους σε λίγο με τις ομπρέλες και τα μάτια ανοιχτά.

Το μόνο που ξέρω είναι πώς δεν υπάρχει συμπαγής εικόνα, σκέφτηκε. Αλλάζουμε, αλλάζουμε διαρκώς. Διαφεύγουμε διαρκώς χορεύοντας μια μακριά μια κοντά απ’ τους εαυτούς μας και τους άλλους. Κι αυτό το σώμα ακόμα, η σάρκινη βεβαιότητα, μήτε κι αυτό μένει σταθερό. Πόσα εκατομμύρια κύτταρα πέθαναν μέσα μου σήμερα;

Ήταν σωστό που ο Κίμωνας έγραφε γράμματα λοιπόν! Δεν ήταν ότι προτιμούσε τις λέξεις, ήξερε μάλλον. Ε, ναι μάλλον ήξερε. Κάτι τέτοια πώς να τα πεις στο τηλέφωνο; τα μουρμουρίζεις κάτω απ τις μαρκίζες στον εαυτό σου, τα κάνεις γράμματα, πόστ, τραγούδια, κάτι, τίποτα.
Ουφ……πόσο ήθελε να τρέξει τελικά.……

Έτρεχε αργά στο δασάκι και κάτω απ τα πέλματά της έβγαζαν ήχους ασθενικούς λασπωμένα χώματα, βρεγμένα κουρελιάρικα φύλλα και μικρές πέτρες. Η ανάσα, δροσερή ακόμη, ανεβοκατέβαινε ρυθμικά από τη μύτη στο λάρυγγα , από κει στα τοιχώματα του στέρνου και πάλι πίσω μες απ' το μισάνοιχτο στόμα.

Πόσο χρονών αισθάνεσαι αλήθεια; είχε ρωτηθεί. Έτρεχε και δυσκολευόταν να γελάσει. Πόσο; Καθόλου! Μα δεν αισθανόταν πόσο. Δεν θυμόταν ποτέ να είχε νιώσει τον χρόνο ως πόσο. Ως πώς μονάχα τον ένιωθε τον χρόνο, ως πώς.
Μα και πώς να το εξηγήσει αυτό αλήθεια;

Οι ταυτότητες δεν είναι τελικά και τόσο άχρηστες. Σε βγάζουν από την δύσκολη θέση όταν χρειάζεται να προσδιορίσεις πράγματα. Αλλά δεν θυμόταν και να είχε ρωτηθεί συγκεκριμένα.

Είχε φτάσει στο τέλος του μονοπατιού. Η φόρμα είχε λασπωθεί ελαφρώς στα πλαϊνά κι ο ιδρώτας έτρεχε ζεστός στην ραχοκοκαλιά. Στάθηκε στο πεζούλι κι έσκυψε παίρνοντας βαθιές ανάσες. Μετά από μερικά λεπτά ανασηκώθηκε. Έστρεψε το κεφάλι ψηλά κι έγειρε το κορμί προς τα πίσω. Το ρολόι έδειχνε σαράντα τρία λεπτά....

τέλος πάντων, μουρμούρισε, χαμογελώντας ψηλά στον κακοχρωματισμένο ουρανό, σορτς δε φοράω … λονγκς όνλυ είμαι ο εφιάλτης κάθε αγοριού κι από ουίσκι πίνω λαγκαβούλιν…

11/12/2007

Σάν Μωρό

Η Δευτέρα μου σαν εκκρεμές.

Το πολύ και το λίγο σαν η μέσα μου ταλάντωση. Η χαρά του κι η κούρασή του.

Το παρόν κι όλα όσα δεν θα κατορθώσουν να χωρέσουν μέσα του.

Οι δουλειές και τά βιβλία με το ανοιχτό στόμα τους να χάσκει.

Ξανά οι μπήτ έξω από την πόρτα μου αυτή τη φορά λόγω θανάτου . Και λοιπόν;

Ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου η μισοσυνειδητή μου Δευτέρα θέλει να σφυρίζει

αδιάκοπα:

Love is... Jean Moreu



11/07/2007

Ελέκτρες, Αντιγκόνες, δε κακομαθημένα οφ Σοφόκλες

& oι ματιές των άλλων!

Γοητευτικές πολύ όσο και αλλοιωτικες ( η λέξη τονίζεται κατ' επιλογή).
Μιά Αντιγόνη με αέρα πρόζας "εκόλ ντε φάμ" γι’ αρχή, μια υστερική Ηλέκτρα για τέλος κι η ατάκα αναδύθηκε φυσικά: «το τελετουργικό της καλοκαιρινής κατάβασης στο θέατρο της Επιδαύρου δεν θα το επαναλάβω στο μελλον» .
Κι έτσι θα γίνει μάλλον, του λόγου τηρηθησομένου, αφού πια ολίγον βλέπω, ολίγον αισθάνομαι, ολίγον ευχαριστούμαι κι είμαι ακόμα στο νωρίς ώστε ανωφελές στ’ ολίγον ν΄αρκούμαι.

Τί έγινε; Κασάτο κοντοχειμωνιάτικα; Όχι ακριβώς.
Πρόσφατα, είδα την κατά Στράους Ηλέκτρα. Η όλη προσέγγιση της γερμανικής όπερας σκηνογραφικά και σκηνοθετικά μου θύμισε και στις μικρότερες ακόμα λεπτομέρειες την κατα Στάιν επιδαυρική: Τ’ αρβυλακια, τα κουρέλια, η υστερικη κορη του Φρουντ που αδυνατει να υπάρξει μπρός στη ντίβα μαμά, το γκρίζο μεταλικό παλάτι του ολοκληρωτισμου, η μποτα του Αίγισθου, ο τζενταϊ Ορεστης, τα λιμπρετα....., τό όλο πράγμα αρκετό να μ’ εξσφενδονίσει με «το καλησπέρα» στον Αύγουστο, συμπληρώνοντάς μου, ετεροχρονισμένα, τά λόγια τών λόγων που έχασκαν μέσα μου κενοί στο διάστημα απο την θεατρική παράσταση μεχρι την προσφατη οπερετική .
Στην γερμανίδα Εlectra τής κρατικής όπερας της Βιέννης έκλεισε το παζλ της εικόνας με τα γκρίζα σύννεφα που σχημάτιζε μέσα μου την σκέψη :
Πώς οι «πρωτοπορίες», όπως κουβαλάμε τά τελευταία χρόνια τίς βορειοευρωπαικές ματιές στην τραγωδία είτε αυτοτελώς, είτε ως συμπράξεις, συχνά δεν είναι καθόλου πρωτοπορίες. Αλλά στην πραγματικότητα απλώς και μόνο η ανάγνωση του «δικού σου» από τον «άλλον», μια ανάγνωση μέσα απ' το φίλτρο των «δικών του παραμυθιών» των «δικών του τοπίων» και των «δικών του περιορισμών».
Αυτό δικαιώνει την άποψη που είχα διαβάσει –αλλά και διαπιστώσει-, για την αμηχανία έως ανυπαρξία του χορού στην κατα Σταϊν Ηλέκτρα, καθώς και τ’ οτι θύμιζε βιενέζικη οπερέτα.
Στην πραγματικότητα, θύμιζε όπερα και τώρα ξέρω πως θύμιζε την συγκεκριμένη του Στράους παρά οπερέτα. Κι όσο για τον χορό δεν θα λεγα τη λέξη αμηχανία, αλλά αδυναμία αναγνώρισης του σκοπού του. Κατανοητό, αφού παρόμοιες παραστάσεις της μετοχής της κοινότητας στο ατομικό δράμα δεν φέρει η γερμανοβαβαρική μοναρχική παράδοση.

Δεν αφορίζω την "άλλη" ανάγνωση στην τραγωδία, αντιθέτως μάλιστα την βρίσκω γόνιμη κι απαραίτητη -ως το βαθμό που δεν θέλουμε να φτιάξουμε μια τραγική πρόζα ας πούμε-, ούτε την θεωρώ «τοπικό» τοτέμ η εθνική υπόθεση, αυτό δα έλλειπε. Εξάλλου οι όντως πρωτοπορίες ως καινές είναι ουσιαστικό «δικές»,άχρονες και πολύγλωσσες.
Αναρωτιέμαι όμως γιατί θα πρέπει να λιγοστεύουμε –στο επιφανειακό - αυτο που διαθέτουμε για να μη το βαριόμαστε, ενώ αντιτο μόνο που αρκει καμμιά φορά είναι αντί ν' αποστρέφουμε το βλέμμα δανειζόμενοι κάποιο άλλο να τολμάμε να εμπλουτίζουμε το δικό μας "σκάβοντας στον ίδιο τόπο για τα υπόλοιπα" όπως λέει ο ποιητής.
Εκτός πιά κι έχουμε αλλάξει τόσο που έχουμε ανάγκη τις ματιές τών άλλων για να γνωριζόμαστε...


11/04/2007

True Romance & True tragedy

Η «True Romance - αλληγορίες του έρωτα από την αναγέννηση ως το παρόν” εγκαινιάστηκε στην Βιέννη σαν το «οπωσδήποτε» εικαστικό γεγονός του φθινοπώρου μαζί με την «Viva la Muerte: Death in Hispanic Art» που επίσης παρουσιάζεται ως τον Φλεβάρη στο Kunsthalle της γειτονιάς των Μουσείων (Museumquartier).

H True Romance ως ιδέα εξαιρετική: μια διαδρομή με αφετηρία τους στίχους του Πετράρχη στην Laura, τέρμα το Valentine toDays πραγμοποιημένο kitsch και στόχο την διήγηση της αναπαράστασης του έρωτα στην Δύση από την αναγέννηση ως σήμερα.

Αποφασίζουμε με την ομπρέλα μου να μην την χάσουμε. Χάσαμε; Χμ..Η διαδρομή διασκεδαστική και συμπαθητική ο στόχος όμως ήταν truly κάπου αλλού. Σαν να πήρα μαζι με το εισιτήριο της έκθεσης το εισητήριο για εσφαλμένο δρομολόγιο του τραμ έτσι που αντί στο κέντρο βρέθηκα σε ομορφούτσικο άσχετο προάστιο χωρίς καφενείο.

Κάποιος σίγουρα παρέλειψε να συμβουλευτεί μερικές κατηγορίες ειδικών που όντως ήξεραν για το ρεξόνα.... ιδίως σχετικά με τά συμφραζόμενα γύρω απο τό θέμα τών τελευταίων δεκαετιών.

Στα απαίδευτα μάτια της ομπρέλας μου -ντρέπομαι που είναι τόσο απαίδευτη-, άρεσαν περισσότερο οι, γεμάτοι στίχους του Πετράρχη, τοίχοι κι οι υπάλληλοι με τα χαριτωμένα μπλουζάκια που έγραφαν: «smile to someone you dont know in the street» η κάπως έτσι, παρά η ως «πλίνθοι κέραμοι....» συνύπαρξη Durer μέ ζαμπονοτυρόπιττα .

Το χειρότερο ; Η ομπρέλα μου παρέμεινε αμετανόητη στίς προτιμήσεις της -τι να πεις...!

11/02/2007

Διαβάζοντας τον Δ.

Ο Δ. μέ κυοφορεί μές σε σελίδες .

Σαν θηλυκό έμβρυο στα σπλάχνα του, κολυμπάω ανάποδα μεταξύ επιθέτων και κατηγορηματικών προσδιορισμών.

Δεν θα γεννηθώ απ’ το κεφάλι του. Έχω κοτσίδες, φοράω τσόκαρα κι ο υγρός αέρας θά κάψει τ’ ασχημάτιστα πνευμόνια μου.

Διαβάζοντας τον Δ. που δεν είναι μυθιστόρημα.

Ένα βροχερό απόγευμα Παρασκευής στο νότο που δεν είναι χειμώνας .

Ακούγοντας Τσέσνατ που δεν είναι Ντύλαν

.


10/31/2007

Egon Schiele



Πέθανε από ισπανική γρίπη, στα 28, μια μέρα σαν κι αυτή (31-10-1918) και κάποιοι είπαν πως μοιάζει στον Ρεμπώ κυρίως χάρη στη δημιουργική του παραφορά.


Αντικρίζοντας δυο διαφορετικά γυμνά αυτοπορτραίτα του, της πρώτης περιόδου, του στο Leopold museum, ο αυθόρμητος συνειρμός με παραπέμπει περισσότερο στον Κάφκα παρά στον Ρεμπώ –κι ίσως όχι άστοχα μιάς κι η μητέρα του ήταν βοημή κι ο ίδιος έμεινε κάμποσο στο Κρούμλοβ-.

Ο φτωχός νεαρός απο το Tulln ως τα 20 του, δεν μετασχηματίζει απλώς το ζωγραφικό του στυλ σε, κατ' απαίτηση της εποχής του, μοντερνιστική ακρότητα, αλλά κυριολεκτικά μεταμορφώνεται και μεταμορφώνει την τέχνη του σε σάρκα , σφραγίζοντας κάθε ένα έργο του με μια πρωτοφανή, υπερχειλίζουσα και θριαμβική σεξουαλικότητα.


Στην τέχνη ο ερωτισμός κι η αναπαράστασή του πάντα συνυπήρχαν κι απ' το αρχείο κάθε καλλιτέχνη σπάνια λείπει μιά σειρά με τά «ερωτικά» του, όμως ο Schiele είναι εκείνος που τολμά να μετατρέψει τον ερωτισμό του σε μόνιμο μοτίβο της τέχνης του.

Βλέποντας πρώτη φορά τόσα πολλά έργα του
απο κοντά , σχηματίζεται μέσα μου μιά ζωηρή εντύπωση:

πως ο Schiele θα πρέπει να ζωγράφιζε σαν η ίδια του η ζωή να εξαρτιόταν ακριβώς από την έκφραση, οχι απλώς του ερω
τισμού των σωμάτων, αλλά της σεξουαλικότητάς τους.

πώς θά πρέπει να ζωγράφιζε σαν αυτη ακριβώς η έκφραση, νά μην αποτελούσε μονάχα το κίνητρο της τέχνης του, αλλά το υπαρξιακό του μανιφέστο, καλλιτεχνική του αλήθεια και σταθερή του προσωπική αγωνία.




Ότι στόν Μunch παραμένει υπόρρητο, στόν Schiele (που καίτοι παράφορος αντί διανοητικός δεν πρέπει ν' αγνοούσε το έργο του διάσημου συμπολίτη του Φρόυντ), διατυπώνεται με ψυχολογική ακρίβεια σάν “ne pensent qu’ a ca” (:ό καθένας νά σκέφτεται μόνο αυτό) αποκαλύπτοντας στην σεξουαλικότητα του πλάσματος την αλήθεια του.


Εργα του Egon Schiele μαζι με του δάσκαλού του klimt και του Oscar Kokoschka εκτιθενται και στην Αθηνα στό μέγαρο μουσικής απο τις 23 Οκτωβρίου.

10/29/2007

V ΄07
η αλλιώς :

Η Όλυφ δεν έχει κανέναν νά πάνε σινεμά. Γι’αυτό πάει με τόν Μάρκες στην Βιεννάλε.

Λίγο μετά τις εφτά χτύπησαν στο καμπαναριό οι καμπάνες τής κινηματογραφικής λογοκρισίας. Ο πάτερ Άγχελ χρησιμοποιούσε αυτό τόν τρόπο για να ανακοινώνει τον ηθικό χαρακτηρισμό τής ταινίας σύμφωνα με τον κατάλογο που λάβαινε κάθε μήνα απο τό ταχυδρομείο. Η γυναίκα του συνταγματάρχη μέτρησε δώδεκα χτυπήματα τής καμπάνας.

-Ακατάλληλη γιά όλους είπε. Πάει περίπου ένας χρόνος που οι ταινίες είναι ακατάλληλες γιά όλους. Κατέβασε την κουνουπιέρα και μουρμούρισε: Ο κόσμος είναι διεφθαρμένος» . Αλλά ό συνταγματάρχης δεν έκανε κανένα σχόλιο."

Απ/μα από: «Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν νά του γράψει», Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες μετ. Κλαίρη Σωτηριάδου.

Με κάτι τέτοιες ιστορίες έφτασα ώς την Βιέννη.

Η Κυριακή αποδείχτηκε η ιδανική μέρα για κινηματογράφο παρά τόν λιγοστό χρόνο. Είχε βάλει να βρέχει απ’ τό χάραμα με ΄κείνη εκεί την γκριζόμαυρη βορειοευρωπαική βροχή («σαχλαμάρες», χμουρίζει ο Μάρκες στον πάτο τής τσάντας μου, «η βροχη είναι βροχή απ’όπου κι άν την βλέπεις»).

Εχω να διαλέξω. Στο Κινστλερχάους προβάλλουν τό «Ημερολόγιο ενός ελεγκτή» του Zhanabek Zhetiruov (α’ βραβειο φεστιβάλ Τορίνο 07)

Ομως, η αγαπημένη παππουδίστικη ομπρέλα με την ξύλινη λαβή και το μονόγραμμα με πάει ίσια στην Γιοχάνεσγκάσε και κάνει πολύ καλά. Γιατί εκεί, σ’ έναν απο τους ομορφότερους κινηματογράφους που ξέρω, το Μετρό-Κίνο προβάλλεται η νικήτρια ταινία του Λοκάρνο 07 τό AI NO YOKAN του Kobayashi Masahiro («Αίσθηση αγάπης» έχει μεταφραστεί στά καθ’υμάς «Τhe rebirth» το μεταφράζουν οι αυστριακοί).

Ενα έγκλημα μεταξύ ανηλίκων μαθητριών, η κατάρρευση της ισορροπίας του γονιού, η συνθλιβή μέσα στην μνησικακία, η συγχώρεση;

«Δεν μπορώ πιά να ζήσω χωρίς εσένα, αλλά δεν έχω την ικανότητα να ζήσω με σένα».

Η ταινία καθηλώνει με πολύ απλά μέσα. Η κάμερα κινείται μέ τον τρόπο που κοιτάζουν οι ήρωές της, ώσπου γίνεται βλέμμα.

Ο Κομπαγιάσι διαβάζει Ντοστογιέφσκι και γράφει μουσική. Είναι μαζι μας στην αίθουσα και μέσα στο τζίν και το κόκκινο αδιάβροχό του μοιάζει μεταμφιεσμένος! Παρακολουθω την συζήτηση που ακολουθεί στά γερμανικά και τα ιαπωνικά, που δεν μιλώ, μόνο και μόνο για νά χαζέψω την ησυχία και την σεμνότητα στους τρόπους του Κομπαγιάσι. Απο την χαρά μου θέλω να τον φιλήσω...

Εισητήρια εξαντλημένα για το Control και μετά βίας κατορθώνω νά βρω για τό Sygisball. Πήγα με πολλές προσδοκίες πού έμειναν ανικανοποίητες. Η ταινία θα παιχτεί και στην Θεσαλλονίκη στο φεστιβάλ και νομίζω οτι μάλλον θά αρέσει εδώ. Σε μένα φάνηκε μιά ταινια με πολλες καλές ιδέες (και τεχνικά) που όμως χάθηκε μέσα σε μια ανερμάτιστη φλυαρία και ημιτελή πολυπραγμοσύνη, ίσως ο VEIKO ÕUNPUU όντας ό ίδιος πολυπράγμων να μην κατόρθωσε να τιθασεύει το υλικό του.

Μια ταινία «γιά άντρες με ευαίσθητη καρδιά και άρρωστο συκώτι» που θα μπορούσε να συγκινήσει και την καρδιά του κοινού και το συκώτι του....Τουλάχιστον μάς αποζημίωσε η μουσική που ήταν θαυμάσια...

Εδώ το όμορφο τρέϊλερ και τό τραγούδι το τίτλων:





Τί συνέβη όμως ανάμεσα σε δυό ταινίες και 12 ώρες;

10/16/2007

Οι μέρες κουρνιάζουν αμήχανες στ' ακροκέραμα δυο εποχών
και μιας ηλικίας.
Η εγγύτητα που σου χαρίζει η απόσταση.
Ο χώρος ανάμεσα σε δυο χειρονομίες και μια σιωπή.
Οι γεμάτες παλάμες που δεν έχεις .


Διαβάζοντας , ενδιάμεσα, Αρσένι Ταρκόφσκι:


".........Βαδίζαμε στ' άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας αντικατοπτρισμοί θαρρείς ,
Πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος,
Άγρια μέντα έγερνε κάτω απ' τα πόδια μας,
Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας,
Τινάζονταν τα ψάρια πάνω απ' τό νερό,
και μπρος στα μάτια μας ξετυλιγόταν ο ουρανός....

Όταν η μοίρα μας πήρε το κατόπι,
Παράφρονας με το ξυράφι στο χέρι."

Αποδοση Χρήστος Κουλτούκης, Άρτα 2007

9/23/2007

ΣΑΝ ΜΑΔΡΙΓΑΛΙ




Βάϊ Βάϊ βαρέθηκα!
διακόσια χρόνια ύστερα, μετά τον Weberούλη

τον ομιλούντα Βeni μας με ύφος πατερούλη.
Για την βαθιά συντήρηση που γύρω μας απλώνει
και σαν καινός μεσαίωνας πέφτει και μας πλακώνει,
πώς να μιλώ πως ν ακουστείς με τέτοιου είδους χούι ;
ακόμα κι η αγάπη μας κάνει πώς δεν ακούει .

Μα εγώ θα σου το πώ με vielle a roue
στην Παναγιά τη Σουραυλού
πώς το λουλούδι του γκρεμού
χώμα είναι και ρίζα του τρελλού.

9/15/2007

Εκλογική οδηγία



Για κάποιους, οι εκλογές είναι ακόμη η γιορτή τής κοινότητας που συμπυκνώνει τόν εαυτό της δηλώνοντάς τον. Για κάποιους άλλους, είναι η άσκηση ενός θεμελιακού ατομικού δικαιώματος. Για πολλούς πάλι, μιά άσκοπη παράτα δίχως νόημα και ουσία .

Παρόντες κι απόντες, ερημίτες η κοσμικοι, όλοι μετέχουν στόν χώρο και τό χρόνο μαζί ή σινάμα μεταξύ τους, όντας ταυτόχρονα κι αναπόφευκτα σχετιζόμενες πολλαπλότητες καθένας.



Συνήθως, κεντρικοί πρωταγωνιστές τών γκρεκάνικων τραγουδιων της Κ.Ιταλίας είναι η φωνή κι ενα μόνο κρουστό όργανο, που τόσο σε άλλες παραδόσεις όσο και ιδίως στίς μερες μας είναι απλώς συνοδευτικό: το ταμπουρέλο.
Αυτές οι μουσικές μονάδες όργανο και φωνή, αποκτούν τήν δυναμή τους, ως προερχόμενες απο κι απευθυνόμενες πρός την κοινότητα στά πλαισια μιάς κοινής συνάθροισης.
Στίς μερες μας, οι λόγοι τών συναθροίσεων έχουν αλλάξει κι οι παλιοί σκοποί δεν αγγίζουν με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο τους νέους αλλά και τους παλιούς.
Ένα όμορφο τραγούδι του ενός όμως, μπορεί πάντα να παιχτεί με πολλούς τρόπους κι απο πολλους μαζί χωρίς να χάνει την αρμονία του.
Αρκεί η μπαντα νά εχει κέφι ε;



9/07/2007

Οι μέρες του Σεπτέμβρη βουλιάζουν όλο και πιό βαθιά μέσα σε οθόνες. Με τυλίγει ένας παράφωνος αντίλαλος ...




FATIGUE
Έλα μικρό μου, σήμερα.
Την κούρασή σου απ’ το σβέρκο να κρατήσω.
Σε μιά μου μπούκλα ν' αποθέσεις, απαλά, μιας ηλικίας παιδικής
τον κάματο.
Εγώ που ν' αγαπώ δεν ξέρω, θα σε βαστάξω τόνους .
Σ’ αιωνιότητα μικρή. Σε στρογγυλή στιγμή δευτερολέπτων.
Μέλι στα καταφαγωμένα σωθικά, σύννεφου δέρμα στα γδαρμένα γόνατά σου.
Όπως καταύγαστο πρωϊνό στούς πολικους θά σου γελώ.
Ζυμάρι, στων χειλιών την κορυφογραμμή η αφή μου.
Κι όπως γλυκά θά σε φιλώ,
στου οισοφάγου το λαβύρινθο
θ’ αφήσω να κυλήσεις.
Αίμα να γίνεις και χυμός.
Μπιλίτσα μου!

9/01/2007


Γυρίζω σπίτι και βρίσκω στάχτες. Στάχτες παντού . Χωμένες ως τό κοίλο του λουτήρα. Σαν μάτια που ξεχνούν ν’ αγαπούν. Η στάχτη, είπε, είναι αυτό πού απομένει απ’ ότι άλλοτε έλαμπε ζωντανό και χυμώδες . Πώς ήρθαν; Πόσο μακριά ταξιδεύει ο άνεμος; Τι μπορεί νά κάνει κανείς την στάχτη; Τι να ξεπλύνει μ αυτή;

Δε πάω να πενθήσω με τά μαύρα . Εχω πιει τη θάλασσα. Ακόμα και στα νεκροταφεία φυτεύουν. Τί να κάνω πιά στίς πλατείες ; Μαυρίσαν οι φωνές . Σαν καρακάξες κρεμούν τ’ αχρηστεμένα τους φτερά έξω απ' τα δημόσια τσιμέντα. Σαν κουρούνες μαζεύουν γυαλιστερά πετραδάκια ξεγελώντας την πείνα.

Δε πάω να πενθήσω με τά μαύρα Εχω πιει τη θάλασσα . Εχω βουτήξει τα πόδια στο σταφύλι. Εχω μεθύσει στό κλάμμα. Δεν πάω να μαυροφορέσω στις πλατείες. Θα φορέσω τ’ άσπρα. Και θά μαζέψω τίς στάχτες. Προσεχτικά. Σ’ αγγείο γεωμετρικό. Και πλάι του μυρωδικά : δίκταμο, αλιφασκιά, βάλσαμο και θυμάρι, Και πανω του φωτογραφίες που χαμογελούν χωριά . Εικονοστάσι τέτοιο κι αφιερωμα στον «πρό αιώνων» τόπο.


8/18/2007

Έκτακτο δελτίο -Mega-Βουλή απευθείας σύνδεση-Κ.Καραμανλής-Γιατί ζήτησα προωρες εκλογές:

«Το εθνικό συμφέρον επιτάσσει άμεση προσφυγή στο λαό»

Ευτυχώς που και ο λαός λείπει.

Κι όταν γυρίσει ελπίζω ν' ασχολείται με το μπάσκετ.


Πάνω που κάηκαν και τα δέντρα....




8/16/2007

Το ρεγάλο

Μισομεθυσμένος, με τα χρυσαφιά του να τρεμοπαίζουν, χυνόταν, ξαπλωμένος στο πεζούλι της αυλόπορτας, ο μεσημεριάτικος ήλιος ενός μάλλον καλοκαιρινού Φλεβάρη.

-Νομίζω ότι ένα ποτήρι κρασί στην αυλή είναι το καλύτερο γιορταστικό για την περίσταση, δεν συμφωνείς μικρή μου;

Κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στο είδωλό της, στον καθρέφτη του χωλ, η Ρένια κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού διασχίζοντας, με μικρά χορευτικά βήματα, τον άχαρο μακρύ διάδρομο με το πολύτιμο δεματάκι στα χέρια. Θα βρισκόταν σχεδόν στη μέση του, λίγο μετά το ύψος του λουτρού, όταν τινάχτηκε και κοκάλωσε μαζί σαν να της είχε διαφύγει κάτι πολύ σημαντικό.

Μ’ ένα σάλτο έκανε μεταβολή κι έτρεξε ξανά στην πόρτα. Χίμηξε στο μπαλκονάκι που χώριζε την ξώθυρα από το δρόμο, προτείνοντας ολόκληρο το κορμί της έξω απ το κάγκελο και λίγο έλειψε να γκρεμιστεί για δεύτερη φορά...

-Κύριε Γιώργο , κύριε Γιώργοοο…

Ο ταχυδρόμος, ένας συμπαθητικός μεσόκοπος με παχύ μουστάκι και γλυκά καστανά μάτια που, στενεύανε αδιόρατα σαν ξάνοιγε ο καιρός κι ελάφρωναν οι φορεσιές των γυναικών, είχε κιόλας φτάσει στη γωνία. Η γειτονιά δεν είχε γράμματα εκείνη την ημέρα κι ο Γιώργος είχε κόψει δρόμο. Η φωνή της τον βρήκε με το δεξί του πόδι στον αέρα, λίγα εκατοστά προτού ν’ αγγίξει με τη φτέρνα το πεζοδρόμιο της οδού Ανεμώνων.

Γύρισε το κεφάλι με το πόδι του ακόμα μετέωρο. Η Ρένια του έγνεφε ανυπόμονα, με το πορτοκαλί της χέρι ν’ ανεβοκατεβαίνει ζωηρά .

-Λες; Μπαά , παλιό-γέρασα πια. Μια φορά κι ένα καιρό μου γνέφανε γιαα.. κεράσματα και τούτο δω το ξέρω από μωρό. Αδιάφορο. Ναι! Aδιάφορο μωρό, σχεδόν χαζό, κι εδώ που τα λέμε δεν έχει και πολυαλλάξει με τα χρόνια. Τι στα τσακίδια θέλει και με ξεκουβαλάει; .

Η Τενέδου δεν διέφερε και τόσο από την Ανεμώνων. Και οι δυο, χτισμένες ανάμεσα στα 70 με 80, δεν θύμιζαν καθόλου τον άλλοτε αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής. Ο Γιώργος, που είχε προσληφθεί στην υπηρεσία μετά την μεταπολίτευση, ελάχιστα πια θυμόταν τα χωράφια με τα οπωροφόρα, τις ελιές και τη μεγάλη μουριά που η πιτσιρικαρία την έλεγε «τό λεωφορείο» . Ούτε και του ‘κανε και καμιά εντύπωση του Γιώργου που δεν είχε μείνει ούτε ένα τόσο δα δέντρο στο δρόμο. Μόνο τις νοικοκυρές νοσταλγούσε που και που, κι ειδικά την Σμαρώ. Έπλενε με το λάστιχο τα μπαλκόνια με το γλαστρικό η Σμαρώ ξυπόλητη και με τη ρόμπα της μισοβρεμένη. Και γυαλίζανε τα κουμπάκια-φίλντισι πάνω στο λουλουδιασμένο τσίτι. Και τα κρίνα μοσχομυρίζανε. Δυο οι γλάστρες με τ’ άσπρα, δυο και με τα κόκκινα. «Αχ! Σμαρώ-Σμαρώ!»


-Αχ! Γιώργο -Γιώργο πως μου διέφυγε. Αυτό είναι για σένα.

Η Ρένια κρατούσε στο χέρι ένα 50αρικο χαμογελώντας μισό-ναζιάρικα, μισό-ντροπαλά. Σαν κουβάς με νερό στα μάτια τον ξάφνιασε το 50 ευρω τον Γιώργο κι η εικόνα της Σμαρώς ξεπλύθηκε μονομιάς μες το παστέλ χρώμα του νοσμίσματος.

-Μπααά; ρεγάλο Ουρανίτσα, ρεγάλο; Πως κι έτσι; Δεν πιστεύω να βγήκες από τα τώρα στη σύνταξη του συλλόγου αδιόριστων φιλολόγων;

Μπορεί και να του φάνηκε πώς έχασε, για μια στιγμή, το χρώμα της η Ρένια, αφού σχεδόν αμέσως, εκείνη ξελιγώθηκε στα γέλια κι αλλάζοντας τον αριθμό ανακοίνωσε αργά:

-Όχι καλέ Γιώργο. Απλώς το δεματάκι που μου φέρατε είναι το.. έε.. το πρώτο μου μυθιστόρημα! Μόλις τυπώθηκε και μου στείλανε το έτοιμο αντίτυπο από τον εκδοτικό οίκο! Καταλάβατε τώρα προς τι το ρεγάλο; Κελάρυσε τις λέξεις με ύφος ημιεπίσημο .

-Μπα-μπα; δεν μας τα χες πει αυτά Ουρανίτσα ..και συγγραφέας ; άντε μπράβο και σ’ ανώτερα να σε δούμε και στην τηλεόραση και να σε καμαρώσουμε.

-Μα κύριε Γιώργο, χαμογέλασε με ύφος μητρικής συγκατάβασης κι αλλάζοντας ξανά τον αριθμό η Ρένια, οι συγγραφείς δεν είναι ηθοποιοί για να τους δείχνει η τηλεόραση, είναι άνθρωποι του πνεύματος όχι του θεάματος.

-Του πνεύματος! Όχι του θεάματος ε; Καλά δεν πειράζει. Και ηθοποιός τότε, Ουρανίτσα μου, και ηθοποιός . Τσέπωσε το πενηντάρικο, έδωσε ένα πατρικό φιλί στην Ρένια, ξαναψέλισε μπράβο και σ’ ανώτερα και ηθοποιός και την στιγμή που το δεξί του πόδι βρισκόταν λίγα εκατοστά προτού ν’ αγγίξει, με τη φτέρνα, το πεζοδρόμιο της οδού Ανεμωνων, γύρισε και της χαμογέλασε. Φαίνεται πως η Τενέδου ήταν η οδός πού άνθιζε η τύχη του για σήμερα.

-Πάλι καλά που μου ‘δωσε το 50άρικο αντί για το βιβλίο, μουρμούρισε ανοιγοντας το βήμα.

Τελικά αυτό το μωρό, η Ουρανίτσα, ήταν θεόχαζο από γεννησιμιού του. Ακόμα δεν βγήκε το βιβλίο κι αντί να κοιτάει πως θα το πουλήσει, αυτή καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι και πληρώνει κι από πάνω που λένε.

Να ‘σαι καλά ρε Ουρανίτσα του πνεύματος, μια χαρά γλέντια του οινοπνεύματος θα γίνουνε απόψε …Άκου του πνεύματος …μωρέ πέτα την τζαμαρία από τα μάτια και μια χαρά θέαμα θα είσαι Ουρανίτσα μου, μια χαρά θέαμα…Ααααχ βρε Ουρανιτσα και που να ‘ξερες....»

8/14/2007



Σαϊτες

Ως πιτσιρίκι πολύ μ’ αρέζαν οι σαΐτες.

Στο ένα δυο τσακ τις σκάρωνες. Στο τρία τις πετούσες. Στο τέσσερα το πιο καλό, πω-πω μάγκα μου χάζι! Να τις τραβάει ο άνεμος και συ με το άλλο σου το μάτι να ξεπερνάς το Μαγγελάνο στα ταξίδια.

Σαχλαμάρες ότι τα όνειρα ομορφαίνουν την ζωή!

Η ζωή μονάχα είναι που ομορφαίνει τη ζωή αλλά τι να σου εξηγώ τώρα, εγώ για τις σαΐτες ήθελα να πω. Πολύ μ’ αρέζαν το λοιπόν να τις σκαρώνω, να τις πετώ και να τις ταξιδεύω. Μιά απ’ το μπαλκόνι, μιά απ' το παράθυρο. Απ' το παράθυρο το πιο πολύ είναι που μ’ αρέζαν.

Έτσι και τις θυμήθηκα . Καθώς είπα σαν τις σαΐτες να πετάξω απ το παράθυρο του μπλόγκ κάτι κεφάλαια από ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε. Κι όσο εγώ θα ταξιδεύω στο βουνό έτσι και οι σαΐτες απ’ το παράθυρο αυτό κατά τη θάλασσα να πάνε…

8/03/2007

"Ο ύπνος του θεριστή" του Τσίρκα και το "Πεθαίνω σά χώρα" του Δημητριάδη απέχουν συγγραφικά γύρω στα 2ο με 25 χρόνια μεταξύ τους.
Το δεύτερο το είδα στη σκηνή πρόσφατα. Δεν ξέρω αν μου άρεσε το συγκεκριμένο θεατρικό διάβασμα. Ο συγγραφέας μια φορά πέρασε απο κεί . Έκανε και τη βόλτα του ... Άρα; περιττόν τό εμόν.
Το πρώτο το διάβασα σήμερα. Δεν ξέρω αν μοιάζουνε . Μπορεί και να μοιάζουνε . Διαφορετική γεύση όμως βρε παιδί μου....γιατί άραγε;
Ελεγα να το κάνω λίνκ απο κει που τό βρήκα, αλλά μου άρεσε τοσο που το μεταφέρω ολόκληρο.
Ψάχνω εικόνα γιά το ποστ (εγχρωμη) όποιος διαβάσει και θέλει ας στείλει ιδέες


Στρατή Τσίρκα: Ο ύπνος του θεριστή

Μπήκε πρώτη, μα τα μάτια της, γεμάτα από τον ήλιο του δρόμου, δε βλέπαν τίποτα. Μια μυρωδιά ζυμαριού και μαραμένων τριαντάφυλλων την έκανε να σκεφτεί πως το σπίτι δε θ΄ αεριζόταν συχνά.

- Έχουν και κουρτίνες, είπε. Βαριές κουρτίνες. Κατά πού πέφτει το μπαλκόνι άραγε;

Προχώρησε ψηλαφώντας τον τοίχο. Σκόνταψε πάνω στο κρεβάτι που της έκοβε το δρόμο και στάθηκε. Τότε κείνος, τελειώνοντας με τα διπλοκλειδώματα της ξώπορτας, πάτησε το κουμπί του ηλεκτρικού και το δωμάτιο φωτίστηκε.

- Δηλαδή, μίλησε πάλι εκείνη, όλο το σπίτι είναι τούτο δω; Το κρεβάτι μόνο του πιάνει όλο το χώρο.

Ο άντρας αποκρίθηκε με μια κίνηση του κεφαλιού, σα να της έλεγε: «Για τη δουλειά που το θένε...». Αμέσως όμως κοκκίνισε και κοίταξε αλλού, ενώ τα χείλη εκεινής παίρναν την έκφραση μιας εύθυμης τρυφερότητας. Διασκέδαζε με τη στεναχώρια του. «Αγόρι μου», του είπε με τα μάτια της. Ύστερα πήγε στις κουρτίνες και με δυο κινήσεις τις τράβηξε. Άνοιξε την τζαμόπορτα και μπήκε ένα δροσερό βουητό. Διαπλάτωσε τα πατζούρια και φάνηκε η θάλασσα, ολοφώτεινη! Ξαφνιάστηκε που τη βρήκε τόσο κοντά, να τους χωρίζει μονάχα η άσφαλτο του δρόμου.

- Τι ωραία που είναι, είπε.

Ήταν μια θάλασσα ρηχή με πυκνά κυματάκια. Ο πρωινός ήλιος τη χρωμάτιζε πράσινη και πάνω της, κάτι γλάροι που λικνίζονταν, μοιάζαν με νούφαρα. «Τόσο κοντά μας... Προσιτή όπως την ευτυχία...» σκέφτηκε και γύρισε να του το πει.

Αυτός στεκόταν πάντα στην ίδια θέση, με το κουρεμένο του κεφάλι, το στρογγυλό και στέρεο και με κείνη τη διπλή χαρακιά στο κούτελο, που ’φερε μαζί του γυρίζοντας. Ήταν σα βράχος μαυρισμένος από τον ήλιο, γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.

- Κώστα, του λέει. Να ’ξερες πόσο μετάνιωσα που τότε...

Πέντε χρόνια... «Αν δε σκοτωθεί» έλεγε στην αρχή. Αργότερα: «Αν δεν τον σκοτώσουν». Και στα δύο τελευταία: «Αν δε μου τον πεθάνουν...».

Και να τον σήμερα! Μ’ ακόμα δεν τον είχε φιλήσει.

Μάζεψε τα λουλούδια που ξεραίνονταν πάνω στο μάρμαρο του κομοδίνου και τα πέταξε έξω. Ύστερα έπιασε τα σεντόνια. Ήταν καθαρά, μα πόσο μεγάλα...

- Γιατί δε μου λες τίνος είναι;

- Σου είπα. Ενός φίλου που δεν τον ξέρεις.

- Και μπορούμε να μείνουμε όσο θέμε;

Ο Κώστας με το κεφάλι έκανε νόημα πως «ναι, ό σ ο θέμε».

- Θα πεινάσουμε.

Της έδειξε το πακέτο που βαστούσε.

- Είσαι φοβερός! Τι σ’ έκανε τόσο σίγουρο πως θα ’ρχόμουν; Γιατί να σε περίμενα; Τα χρόνια περνούν...

Το ύφος της, το τάχατε θυμωμένο στην αρχή γίνηκε μελαγχολικό καθώς ζητούσε με τα μάτια έναν καθρέφτη για να κοιταχτεί. Αρκέστηκε ν’ ακουμπήσει τα χέρια της ανάστροφα στους κροτάφους. Έσμιξε τα δάχτυλα πίσω κι ανασήκωσε λίγο τα μαλλιά, σα ν’ αέριζε το σβέρκο της.

- Τα γράμματά σου, της είπε αυτός.

- Α, ναι. Και δε μπορούσα να λέω ψέματα;

- Θα το καταλάβαινα.

Μερικοί γλάροι σηκώθηκαν και πετούσαν όλοι μαζί πάνω απ’ το ίδιο σημείο. Ένας τους όμως τέντωσε τις φτερούγες και γλίστρησε πέρα.

- Είσαι φοβερός, του ξανάπε. Έχεις μιαν ήσυχη δύναμη που δεν την είχες.

- Έζησα, είδα πολλά.

- Μα είσαι ντροπαλός, ενώ δεν ήσουν.

- Σ’ αγαπώ.

Ο γλάρος, που είχε χαθεί, ξαναφάνηκε. Βούτηξε το κεφάλι του με ορμή μες στο νερό, χτύπησε τα φτερά του κι ύστερα υψώθηκε πάλι. Οι άλλοι γλάροι άρχισαν να ξανακαθίζουν.

- Αγόρι μου, είπε η γυναίκα παίρνοντας το κεφάλι του μέσα στις δυο της παλάμες.

Ο Κώστας άνοιξε τα μάτια του και τα ξανάκλεισε μονομιάς γιατί τον θάμπωνε το ηλεκτρικό. Εκείνη, γερμένη από πάνω του, προσπαθούσε με το δάχτυλο να σβήσει τις δυο ρυτίδες που ’χε στο κούτελό του, σα να μπορούσαν να σβήσουν μαζί κι όλα τα δύσκολα χρόνια.

Της το ’πε. Τότε κείνη τον άφησε, πήδηξε χάμω και με γυμνά πόδια πήγε στην μπαλκονόπορτα και μισάνοιξε τα πατζούρια. Ο φωτισμός της κάμαρας άλλαξε.

- Ρίξε πάνω σου κάτι. Σε χτυπά κατάστηθα, της είπε.

Μα δεν ήταν αυτό. Ένας φόβος τον έπιασε, όπως όταν έβλεπε τους εγχειρισμένους συντρόφους να σηκώνονται και να περπατούν μέσα στο θάλαμο κι όλο έτρεμε η ψυχή του μήπως ανοίξει η πληγή τους από κάποιαν απότομη κίνηση.

- Κώστα, είπε εκείνη ξανακλείνοντας τα πατζούρια. Θυμάσαι την ολονυχτία μας του Φλεβάρη;

Έσβησε το ηλεκτρικό και πλάγιασε δίπλα του. Το δωμάτιο φωτιζόταν τώρα μονάχα απέξω, μ’ όσο θαλασσινό φως περνούσε μεσ’ απ’ τις γρίλιες, ασημοπράσινο.

- Θυμάσαι, ξανάπε, το παιχνίδι που παίζαμε για να νικήσουμε τον ύπνο;

- Θυμάμαι την ολονυχτία, της είπε. Και θυμάμαι πως εγώ δε νύσταζα καθόλου. Βασανιζόμουν. Για ποιο παιχνίδι λες;

- Το ξέχασες... Δε θυμάσαι που πιάσαμε να μιλάμε όπως μιλούν οι ήρωες μεσ’ από τα βιβλία; Αν ξαναδοκιμάζαμε, Κώστα;

Παύση.

- Ποια βιβλία, ποια λόγια μπορούν να σε ζωγραφίσουν, όπως σε σήκωνα μέσα μου, πέντε χρόνια, σφιγμένη σα γροθιά, μονάκριβή μου αγάπη; Να σ’ αποδιώχνω και να σε νιώθω πάντα εκεί, σα μια κρυφή πληγή, αξεδίψαστη... Φέρτε μου κείνον τον πολεμιστή, που ντύθηκε την πιο βαριά του αρματωσιά και κίνησε με το μεγάλο του σπαθί να βρει την κόρη π’ αγαπούσε. Και την έσφαξε! Για να μη συνεπαίρνει τα λογικά του, για να μην του θολώνει το βλέμμα. Φέρτε τον και να γονατίσω, να φιλήσω τη σκόνη των ποδημάτων του και να του πω: «Αδελφέ μου, εμαρτύρησες». Να μη γυρίζεις να κοιτάξεις τα τριαντάφυλλα. Να διώχνεις απ’ το νου σου τις μηλιές, μπας και σου ξαναφέρουν πίσω τα χιόνια, τα μονοπάτια του βουνού, τον τάφο του πατέρα και κλάψεις και θυμηθείς τα δάκρυά της. Εσένα, λυγμέ μου κρυστάλλινε, ω Ελένη!

Και κείνη είπε:

- Δεν είναι πιο μεγάλο μαρτύριο από το να ’χεις τάξει το κορμί σου σ’ ένα μελλοθάνατο. Κάθε στιγμή, την κάθε μέρα, να ποθείς τ’ αγκάλιασμά του, να λαχταράς τον πόνο απ’ το δικό του το κορμί, την τρυφερότη του. Αχ, να λες, αυτός ο κόσμος είναι μισερός, τούτη η ζωή θε να ’ναι μια μεγάλη αποτυχία, και το γάλα της μάνας κι οι κούκλες, οι φιλενάδες του σκολειού και τα κρυφομιλήματα, τα καθαρά πρωινά και το νερό το κρύο, η Μυρτιώτισσα, η μουσική, η πλούσια, η κεμπάρικη ψυχή του Μπετόβεν, τα λουλούδια κι η θάλασσα, ω η θάλασσα... Όλα ταύτα θα πάνε χαμένα αν δε γεννήσω ένα παιδί δικό του. Και να μην ξέρεις αν έχει πεθάνει και πότε θα το μάθεις, από γράμμα, από δυο λέξεις στην εφημερίδα ή απ’ το ραδιόφωνο.

Εκείνος τη φίλησε και είπε:

- Δεν είναι πιο μεγάλη ευτυχία από το χωρισμό. Τότε μονάχα καταχτιέται ολάκερη η αγαπημένη. Μαζεύεις, μαζεύεις ό,τι βρίσκεται δικό της στον κόσμο, ακόμα και μια λάμψη απ’ το νυχάκι της. Μαζεύεις τους ανασασμούς, τα παραμιλητά της, και χτίζεις. Τι τέχνη χρειάζεται για να βρεις το χρώμα, το ψηφίδι που θ’ αποτελειώσει μια λεπτομέρεια. Μες στο στρατόπεδο είχαμε κάποιον. Στάθηκες η πρώτη του αγάπη. Ω, δεν τον ξέρεις. Ήταν τόσο άτολμος. Ποτέ δε σου μίλησε. Αν τύχαινε να περιμένετε το ίδιο τραμ, αυτός τ’ άφηνε κι έπαιρνε το επόμενο. Τώρα είναι παντρεμένος, με παιδιά. Και μόλο που με περνούσε στα χρόνια, ήταν αδύνατος άνθρωπος, είχε ανάγκη ν’ ακουμπάει πάνω σε κάποιον. Καθόμαστε τα βράδια, έξω έξω, τάχατε πως δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα, και μιλούσαμε για σένα.

Και κείνη είπε:

- Τι παράξενο, εκείνος ο πολεμιστής να σφάξει την αγαπημένη του για να μπορεί να πολεμά καλύτερα και κατόπι να παρακαλά να του την ξαναζωντανέψει ένας ξένος, και να μη ζηλεύει.

Και κείνος είπε:

- Δεν είναι μια φορά που την έσφαξε ο πολεμιστής, την Ελένη. Τη σκότωνε κάθε μέρα και κείνη ανασταινόταν μεσ’ από της καρδιάς του το δάκρυ. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Αυτό ήτανε το μαρτύριο, αυτός ήτανε ο παράδεισός του. Όχι, δε ζήλευε.

Και κείνη είπε:

- Είναι φριχτό να νιώθεις ξένη ανάμεσα στους δικούς του. Ν’ αποζητάς τη συντροφιά τους, να πηγαίνεις στο λυπημένο σπίτι τους και να ’σαι σα ζητιάνα, απροσκάλεστη. Και κείνοι να μη σε διώχνουν, να σου χαμογελάνε κιόλας, με κείνο το χαμόγελο που δεν το ξέραν οι άνθρωποι πριν από τούτο τον πόλεμο, τόσο σοφό, τόσο γλυκό και τόσο πικραμένο. Κι όμως να ’ναι σα να σου λεν: Τ’ είναι ο δικός σου ο καημός για μια ψυχή, για έναν άνθρωπο. Αυτοί καήκανε για ένα λαό, για μια πατρίδα.

Και κείνος είπε:

- Στην κορυφή του χειμώνα και της ερημιάς σε βρήκα πάντα να στέκεσαι ολόρθη, μονάκριβή μου Άνοιξη. Είδα να φυτρώνουν στις πετραδιασμένες αμμουδιές της Λιβύης οι ανεμώνες του Απρίλη, κόκκινες, κίτρινες, μαβιές. Ήσουν εσύ ντυμένη με βαλκανικό κεντηδιασμένο πουκαμισάκι και κόκκινη φούστα. Κι είδα τους δεσμοφύλακές μας να ραντίζουν τα λουλούδια με πετρέλαιο και να τα καίνε. Είδα τη νοσταλγία της πατρίδας να σαλεύει τα λογικά των ανθρώπων κι άκουσα με τούτα μου τ’ αυτιά, μια νύχτα στο τσαντήρι μας, το παραμιλητό δυο συντρόφων, που μέσα στον ύπνο τους συζητούσαν πώς να πάνε πέρα κολυμπώντας, ως έξω απ’ το Τομπρούκ, και να βουτήξουν, λέει, και με τις πλάτες τους να βγάλουν πάνω στα κύματα το βουλιαγμένο θωρηχτό το «Μπάρχαμ», να τ’ αρματώσουν κι από κει να τραβήξουν γραμμή να λευτερώσουν τον Περαί-... Όχι, το Θιάκι πρώτα, του ’λεγε ο άλλος. Άκουσα χιλιάδες ανθρώπους να ξορκίζουν την τρέλα τραγουδώντας λόγια που μιλούσαν για κόκαλα.

Και κείνη είπε:

- Ω, σώπα, με πονά η καρδιά μου. Στη μέρα τη σημερινή ταιριάζουν τέτοια επιθαλάμια;...

Και κείνος είπε:

- Είδα την άκαρδη φυλή να ξεγυμνώνεται κι ήπια ποτήρι πάνω στο ποτήρι το πιοτό της γνώσης, όλο πίκρα, όλο φωτιά, όλο λύπηση. Είδα τους δεσμοφύλακές μας να σκοτώνουν με μια σφαίρα τον Νταβέλη, το μόνο σκυλί που απόμενε μέσα στο σύρμα, για να φάει σαν ψώρα τις παλάμες μας η δίψα του χαδιού.

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,

σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία...

Έτσι τραγούδησε ο Έλιοτ. Μα έρημη Χώρα είναι η καρδιά κάθε δυνάστη. Σ΄ όλα τα σταυροδρόμια της Μέσης Ανατολής, σ’ όλα τα μονοπάτια της Ερήμου, είχανε στήσει πινακίδες: «Μη σπαταλάτε - Dont Waste». Κι η κρύα φυλή έσβηνε παντού τις μισές, για να παίξει: Waste... Waste... Waste... The Waste Land! Είδα τη μάσκα της ανήμπορης λύσσας όταν εκδικιέται με τη σπατάλη... Είδα να σκάβουν μικρούς λάκκους στην άμμο, ν’ αδειάζουν μέσα τα δοχεία της μπενζίνας και να βάζουν φωτιά για να ψήσουν το τσάι τους. Κι αφήναν τα δοχεία γερμένα ν’ αδειάζουν, να πίνει η άμμο την υγρή δύναμη. Είδα την άμμο να πίνει τον ιδρώτα που έτρεχε από τα κορμιά των συντρόφων μου όταν κουβαλούσαν πέτρες από τον ένα σωρό στον άλλο κι ύστερα τις ξανακουβαλούσαν πίσω. Και την είδα να πίνει με την ίδια δίψα, την αντρίκεια τρυφερότη τους, όταν τρελοί από μοναξιά, ξεσηκωμένοι ενάντια στο σκληρό γραμμένο, τη σπέρναν κρυφά και φοβισμένα, προσφορά σε κάποια γυναίκα που μπορεί και να μην τους γνώριζε. Τόση δύναμη, τόση δουλειά, τόσος έρωτας...

- Σώπα, σώπα, Κώστα. Φτάνει, του λέει και του κλείνει το στόμα με το χέρι της.

- Γιατί;

- Γιατί δε μιλάς πια όπως τα βιβλία. Μιλάς σαν τις εφημερίδες.

Και κείνος είπε:

- Είναι χρόνια τώρα που θέλω να γράψω ένα ωραίο βιβλίο. Ένα βιβλίο με δέντρα, μ’ ένα ψαράδικο λιμανάκι κι ένα μεγάλο έρωτα. Να ’ναι μια κόρη που να τη φωνάζουν Ιγγεμποργκ κι άλλη μια, η Μονάκριβη. Τα λόγια, γεμάτα και ήρεμα σαν ποτάμι, να φεγγίζουν μεσ’ από τις γραμμές του χρυσαφένια, όπως το ηλιοβασίλεμα πίσω απ’ τα λιόδεντρα και τα πεύκα. Να τελειώσω το βιβλίο και να μη μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω, μόνο να κάθομαι να γράφω άλλες δυο σελίδες, μ ε κ υ ρ τ ά τ ω ν δ έ κ α, λ ε υ- κ ά, έτσι για να μείνω ακόμα λίγο με τη συντροφιά των ηρώων μου. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο λυπητερό που να κάνει ευτυχισμένους όσους το διαβάζουν. Μα είναι τούτη η κατάρα της εποχής μας, που μου πατάει το σβέρκο και μου κολλά το πρόσωπο πάνω στη δυστυχία των ανθρώπων, πάνω στις ανοιχτές πληγές, στη λάσπη και τον κοριό. Και σκληράθηκαν όλα: η φωνή, τα δάχτυλα κι η καρδιά μου. Κι ο Απρίλης με τις πασχαλιές, γίνηκε ο μήνας ο σκληρός. Τον βλέπω σαν ξερή πέτρα να βουλιάζει σε μιαν άγονη και πυρωμένη αμμοθάλασσα. Και γύρω από την πέτρα είναι τσακάλια κι ακρίδες και σκορπιοί και σκολόπεντρες και φίδια και γεράκια. Είναι και τα κίτρινα κόκαλα της εξορίας και της μοναξιάς. Τον Απρίλη γευτήκαμε το φαρμάκι της προδομένης φιλίας. Γι’ αυτό είναι και πιο σκληρός.

Ξύπνησε απ’ το θόρυβο που ’κανε η Ελένη καθώς ξανάκλεινε τη μπαλκονόπορτα.

- Μου φάνηκε πως κάποιος φώναζε «Κώστα, Κώστα», του λέει. Μα δεν ήταν κανείς. Μόνο το σκοτάδι. Θα ’ταν η θάλασσα.

Ο Κώστας της χαμογέλασε.

- Τον πήρα λιγάκι, είπε. Είδα και όνειρο. Ήταν σαν ένα λυρικό παραλήρημα, σα να ονειροπολούσα μέσα στ’ όνειρό μου. Έτσι που είμαστε πλαγιασμένοι στα σεντόνια, έλεγα, να ’ταν, ψυχή μου, αμπελόφυλλα, να μας τύλιγαν· κάποιος να μας κρεμούσε στην κληματαριά της θάλασσας και να μας έψηνε το φως του φεγγαριού· να γινόμαστε κρασί γαλάζιο, να το ’πινες, να μεθούσες και να θυμόσουν την αγάπη σου και να ’κλαιγες· να ’κλαιγες μαργαριτάρια, να τα μάζευα, να τα πουλούσα στην αγορά, για να σε τρέφω!

- Ωχώ, να με τρέφεις ε; Λύθηκε επιτέλους η γλώσσα σου, αγάπη μου.

- Είναι η ποίηση. Όλα τα χρόνια του πολέμου την έπνιγα μέσα μου.

Δαμάζομουν. Με το γόνατο

πατούσα το λαρύγγι της ποίησής μου

σαν το Μαγιακόφσκι. Σήμερα στ’ αλήθεια νιώθω πως είναι η πρώτη μέρα που αποστρατεύθηκα. Ω, θα σε κάνω ευτυχισμένη.

Η Ελένη ανατρίχιασε:

- Φοβάμαι, του λέει. Φοβάμαι τον άνθρωπο που ήσουν αυτά τα πέντε χρόνια. Φοβάμαι πως ποτέ δε θα μπορέσω να τα ζήσω από μέσα σου. Πώς να περάσω τόσες ερημιές, τόσες πικρίες. Είναι πέντε χρόνια που μου λείπουν από τη ζωή σου. Εσύ ψηνόσουν στο λιοπύρι της ερήμου και μένα με πασπάλιζε η ασημόσκονη του φεγγαριού. Πε μου, μπορείς να μου ξηγήσεις τι γίνηκε κει πέρα; Την ουσία θέλω, τι κέρδισαν οι άνθρωποι;

- Θα σου πω για τον Αντώνη, το «σύνδεσμο»: Ύστερ’ απ’ το Λίβανο, έπρεπε κάποιος να μας φέρει την «καινούρια γραμμή» σε μας που βρισκόμασταν απομονωμένοι μεσα στα σύρματα. «Θα πάω εγώ», είπε ο Αντώνης. Ήταν ένα Καριωτάκι, είκοσι πέντε χρονώ. Είχε εφτά πληγές από τ’ Αλβανικό και μάτια γαλανά που σε σφάζανε. Κι έκανε το δρόμο ίσαμε το Γιαντζούρ, πέρασε όλη την έρημο, με τα πόδια. Όλη τη Λιβυκή και τη μισή Κυρηναϊκή. Τρεις μήνες περπατούσε κι όταν έφτασε, κανένας από μας δεν ήθελε να τον πιστέψει. Και το χειρότερο: τη γραμμή την είχαμε βρει μονάχοι μας ακούοντας ραδιόφωνο. Τότε όμως είχε αλλάξει η κατάσταση και χρειαζόταν πάλι σύνδεση. Ο Αντώνης σηκώθηκε: «Θα πάω εγώ» είπε κι έφυγε. Και πια δεν ξαναφάνηκε. Πουθενά. Μπορεί να τον σκότωσαν, μπορεί να πέθανε απ’ τη δίψα, μπορεί να ξύλιασε απ’ το κρύο και να τον φάγαν τα τσακάλια.

- Τον φαντάζομαι, λέει η Ελένη, ολομόναχο να περνά τη Λιβυκή. Χωρίς καμιά συντροφιά να τον εμψυχώνει, μόνο εκείνος κι η σκιά του, κι η δίψα του. Να κρύβεται από τους ανθρώπους. Να περνά μεσ’ από τ’ αγγλικά φυλάκια, τα στρατόπεδα των αιχμαλώτων, τα ναρκοπέδια, τρεις μήνες! Η πίστη που οδηγούσε τα βήματά του έχει κάτι το φοβερό. Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να χωρέσει ξανά μέσα σ΄ ένα σπίτι, ν’ ανοίξει τη βρύση, να καθίσει στο τραπέζι και να κόψει ψωμί;

- Μπορούσε. Όχι μονάχα αυτός μα και όλοι τους. Όμως τώρα που γύρισαν θαρρείς πως τους χωρά κανένα σπίτι; Είναι σαν τον Αντώνη, το «σύνδεσμο». «Θα πάω εγώ» λένε και θέλουν να παλέψουν με τη Μοίρα για δεύτερη φορά. Το χρέος τους το κάμανε, μόνο να, η δουλειά δεν τελειώνει, κατάλαβες; Πρέπει να ξαναπεράσουν την έρημο.

- Μα τότες εγώ έχω δίκιο. Το σπίτι δεν τους χωρά.

- Τους χωρά, τους χωρούσε και τότε ακόμα, κάθε μέρα. Είχα ένα φίλο, Μιχάλη. Έτυχε να μας παν έξω από τη Μπεγκάζη, τότε που μας δώσαν να φυλάγουμε αιχμαλώτους. Στη Μπεγκάζη, πρέπει να σου πω, κατοικούσαν καμιά τριανταριά ελληνικές οικογένειες. Ένα μεσημέρι, σ’ ένα πάρκο, ο Μιχάλης έπιασε παρέα μ’ ένα παιδάκι ως πέντε χρονώ, που μιλούσε ελληνικά. Πιο κάτω καθόταν η μάνα του. Κάποτε τέντωσε τέντωσε τ’ αυτί της και πήρε τα ρωμέικά τους. Χίμηξε πάνω στο παιδί της να το φάει: «Δε σου ’πα να μη μιλάς μ’ α υ τ ο ύ ς ; » . Το ’δειρε κι ύστερα το φυλάκισε μέσα στα σκέλια της. «Σηκώθηκα κι έφυγα», μου ’λεγε ο Μιχάλης μ’ ένα πικραμένο χαμόγελο, «και το βράδυ, στη φρουρά, μου ξανάρθανε όλα τούτα στο νου. Κοίταξε, λέω, ποιος ξέρει τι να λένε των παιδιών για μας. Μα τι, ψωριάρικα σκυλιά είμαστε πια για να μη μας ζυγώνουν; Και κει στα σκοτεινά, που δε μ’ έβλεπε κανείς, άφησα τα δάκρυά μου και τρέχαν».

- Ω, ναι. Όταν εύρεις το δρόμο των δακρύων τότε το σπίτι δεν είναι πολύ μακριά.

- Μα και τ’ αντίστροφο. Πρέπει να βγεις από το σπίτι σου για να βρεις το δρόμο των δακρύων. Και δεν είναι όλοι οι δρόμοι τόσο απλοί. Είναι δρόμοι που απ’ αλλού ξεκινούν κι αλλού σε βγάζουν. Όταν μας αναγκάσανε ν’ αφήσουμε το καράβι μας, ο Πλαούδας, ο παλαιοημερολογίτης, πήγε και ξεκάρφωσε το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’βαλε στο σάκο του. Για να μας φυλάει, λέει, εκεί που πηγαίναμε. Στο σύρμα πια, ένα πρωί, τον είδα καθισμένο κατάχαμα σταυροπόδι και κάτι μαστόρευε. - Κώστα, για κοίτα, μου λέει και μου κλείνει το μάτι. - Τι είναι, μωρέ Πλαούδα, τον ρωτώ. - Να, κοίτα μονάχος σου, μου λέει κι ήταν όλο καμάρι. Σκύβω: Έίχε κόψει λουρίδες λουρίδες το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’φτιαχνε χάρακες. Ήταν λίγες μέρες που στον κλωβό μας είχαμε αρχίσει μαθήματα Γεωμετρίας και δεν είχαμε χάρακες.

- Τι έξυπνα που κάνεις τη δουλειά σου. Να σε παρομοιάσω με το Χριστό και τις παραβολές του ή με τη Χαλιμά και τα παραμύθια της; - Αχ, αλήθεια, θα ’χουμε και μεις ακόμα χίλιες νύχτες ολοδικές μας; - Μα ξέρεις, πιο πολύ μου θυμίζεις τους ναυτικούς που σταμπάρουν πάνω στο πετσί τους κι από μια γοργόνα, ένα λουλούδι, ένα όνομα σε κάθε λιμάνι που...

Ο Κώστας πήγε ν’ απαντήσει μα η Ελένη του ’κλεισε το στόμα. Τέντωσε τ’ αυτί της:

- Ακούω πατήματα στη σκάλα, να, βάζουν το κλειδί στην ξώπορτα. Τώρα;

Ο Κώστας σηκώθηκε μονομιάς, έριξε κάτι πάνω του.

- Σκεπάσου, της είπε. Πάω να δω.

Ακούστηκε η πόρτα ν’ ανοίγει, κάποιος μπήκε και την ξανασφάλιξε πίσω του.

- Γεια σου, τι τρέχει; του είπε ο Κώστας.

Ύστερα συνεχίσανε ψιθυριστά. Σε λίγο ο άλλος έφυγε. Ο Κώστας φάνηκε ξανά, ήρεμος μα κλειστός. Σα βράχος γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.

- Πρέπει να φύγω αμέσως, της είπε κι έπιασε να ντύνεται γρήγορα.

- Μα ποιος ήταν; Δε μπορούσαν να περιμένουν ίσαμε αύριο;

- Κάποιος που δεν ξέρεις. Ευτυχώς που με βρήκαν εύκολα. Δεν έχω καιρό να σε περιμένω. Θα γυρίσεις μόνη σου. Ντύσου, σβήσε το φως και σύρε πίσω σου την ξώπορτα. Δε χρειάζεται κλείδωμα. Αν κάνεις γρήγορα, ίσως προφτάσεις το τελευταίο λεωφορείο.

- That' s the way the world ends... είπε κείνη ειρωνικά. Καβαλιέρος να σου πετύχει... Τι ώρα θα σε δω αύριο;

Ο Κώστας έβαζε τη γραβάτα του. Ήρθε κοντά της και την κοίταξε μέσα στα μάτια, ήσυχα, μ’ ένα φως παράξενο που ερχόταν από μέσα βαθιά.

- Δε θα με δεις αύριο, ούτε μεθαύριο, Ελένη, κατάλαβέ με: Π ρ έ π ε ι ν α ξ α ν α π ε ρ ά σ ω τ η ν έ ρ η μ ο .

- Κώστα, είπε κείνη και με μια κίνηση έκανε τα μαλλιά της πίσω, στη γυμνή πλάτη. Ύστερα σάμπως ξαφνικά να κατάλαβε, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, το κορμί της ζάρωσε. Τα μάτια της άνοιξαν γεμάτα τρόμο.

- Κώστα, ξανάπε. Άλλα πέντε χρόνια; Μα τώρα...

Το χέρι με τα βαμμένα νύχια πίεζε τη γυμνή κοιλιά, σα να σκιρτούσε κιόλας εκεί μέσα η νέα ζωή.

- Γιατί το λες αυτό; Δεν ξέρω πόσο θα λείψω, όμως...

- Πάρε με μαζί σου, λοιπόν.

- Αδύνατο!

Με τον τρόπο που το ’πε, η Ελένη κατάλαβε πόση απόσταση τους χώριζε ακόμη. Είχε πάλι φύγει από κοντά της. Είχε ξανασφαλίσει ολόκληρος. Τα μάτια του κοιτούσαν μακριά, εξιχνιάζαν τον ορίζοντα της ερήμου.

- Κώστα, αχ Κώστα, δεν έπρεπε να με σφάξεις! Έπρεπε να με βαφτίσεις στα δικά σου νερά. Τώρα, ξέρω πως δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, όμως δε σε καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

- Το ξέρω. Φταίω κι εγώ, μα ήρθαν όλα τόσο βιαστικά. Ποτέ μου δεν πίστευα...

- Κι εγώ που έλεγα πως η ευτυχία γίνηκε προσιτή, σαν τη θάλασσα. Ναι, σαν τη θάλασσα: έρχεται και φεύγει.

Ελύγισε στα δυο, έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο Κώστας στάθηκε από πάνω της μια στιγμή. «Αγάπη μου» της είπε. Άπλωσε το χέρι, μα πριν την αγγίξει το τράβηξε πίσω, έκανε μεταβολή κι έφυγε.

Όσο κατέβαινε τη σκάλα άκουε τους λυγμούς. Όταν βγήκε από το σπίτι οι φωνές της θάλασσας τα σκέπασαν όλα.

- Πάμε, είπε στον άλλο που περίμενε.

Περπατούσε και μπροστά του ήταν το σκοτάδι. Μα πέρα απ' το σκοτάδι η ματιά του έψαχνε κι αναμετρούσε το σκληρό, το μακρύ μόχθο που τους περίμενε. Θυμήθηκε ένα συνάδελφό του, αγρότη από τον κάμπο της Θράκης: «’Οταν είναι θέρος, του έλεγε, κι οι θεριστάδες, κοντά στο μεσημέρι, είναι αποσταμένοι πια από τον κάματο και τη ζέστη, στήνουν δυο δεμάτια εκεί που δουλεύουν, ξαπλώνουν και, στη μικρή τους σκιά, βάζουν το κεφάλι τους. Παίρνουν ένα υπνάκο για δυο τρία λεπτά κι ύστερα πάλι σηκώνονται και ρίχνονται στη δουλειά. Έχουν να πουν πως αυτός ο ύπνος, ο τόσο σύντομος, είναι κι ο πιο γλυκός. Είναι ο ύπνος του θεριστή...». Κι εγώ που θάρρεψα πως «αποστρατεύτηκα»! Καημένη Ελένη... Μήτε μια μέρα καλά καλά. Έντεκα ώρες για τα πέντε χρόνια της αγωνίας. Κι άλλα πόσα ίσαμε να τελειώσει το θέρισμα;

Σα να ’ταν ο κάμπος μπροστά του, ο Κώστας στήλωνε τα μάτια μες στο σκοτάδι για να δει την άκρη του. Ο άλλος άρχισε επιτέλους να του μιλά. Η Ελένη και το δωμάτιο με το μεγάλο κρεβάτι και τη μυρωδιά των μαραμένων τριαντάφυλλων, μείναν πίσω πολύ, στα πόδια της θάλασσας. Τώρα οι δυο άντρες βάδιζαν μέσα στον κάμπο με τα τραχιά χώματα και τον αδυσώπητο ήλιο.