10/31/2007

Egon Schiele



Πέθανε από ισπανική γρίπη, στα 28, μια μέρα σαν κι αυτή (31-10-1918) και κάποιοι είπαν πως μοιάζει στον Ρεμπώ κυρίως χάρη στη δημιουργική του παραφορά.


Αντικρίζοντας δυο διαφορετικά γυμνά αυτοπορτραίτα του, της πρώτης περιόδου, του στο Leopold museum, ο αυθόρμητος συνειρμός με παραπέμπει περισσότερο στον Κάφκα παρά στον Ρεμπώ –κι ίσως όχι άστοχα μιάς κι η μητέρα του ήταν βοημή κι ο ίδιος έμεινε κάμποσο στο Κρούμλοβ-.

Ο φτωχός νεαρός απο το Tulln ως τα 20 του, δεν μετασχηματίζει απλώς το ζωγραφικό του στυλ σε, κατ' απαίτηση της εποχής του, μοντερνιστική ακρότητα, αλλά κυριολεκτικά μεταμορφώνεται και μεταμορφώνει την τέχνη του σε σάρκα , σφραγίζοντας κάθε ένα έργο του με μια πρωτοφανή, υπερχειλίζουσα και θριαμβική σεξουαλικότητα.


Στην τέχνη ο ερωτισμός κι η αναπαράστασή του πάντα συνυπήρχαν κι απ' το αρχείο κάθε καλλιτέχνη σπάνια λείπει μιά σειρά με τά «ερωτικά» του, όμως ο Schiele είναι εκείνος που τολμά να μετατρέψει τον ερωτισμό του σε μόνιμο μοτίβο της τέχνης του.

Βλέποντας πρώτη φορά τόσα πολλά έργα του
απο κοντά , σχηματίζεται μέσα μου μιά ζωηρή εντύπωση:

πως ο Schiele θα πρέπει να ζωγράφιζε σαν η ίδια του η ζωή να εξαρτιόταν ακριβώς από την έκφραση, οχι απλώς του ερω
τισμού των σωμάτων, αλλά της σεξουαλικότητάς τους.

πώς θά πρέπει να ζωγράφιζε σαν αυτη ακριβώς η έκφραση, νά μην αποτελούσε μονάχα το κίνητρο της τέχνης του, αλλά το υπαρξιακό του μανιφέστο, καλλιτεχνική του αλήθεια και σταθερή του προσωπική αγωνία.




Ότι στόν Μunch παραμένει υπόρρητο, στόν Schiele (που καίτοι παράφορος αντί διανοητικός δεν πρέπει ν' αγνοούσε το έργο του διάσημου συμπολίτη του Φρόυντ), διατυπώνεται με ψυχολογική ακρίβεια σάν “ne pensent qu’ a ca” (:ό καθένας νά σκέφτεται μόνο αυτό) αποκαλύπτοντας στην σεξουαλικότητα του πλάσματος την αλήθεια του.


Εργα του Egon Schiele μαζι με του δάσκαλού του klimt και του Oscar Kokoschka εκτιθενται και στην Αθηνα στό μέγαρο μουσικής απο τις 23 Οκτωβρίου.

10/29/2007

V ΄07
η αλλιώς :

Η Όλυφ δεν έχει κανέναν νά πάνε σινεμά. Γι’αυτό πάει με τόν Μάρκες στην Βιεννάλε.

Λίγο μετά τις εφτά χτύπησαν στο καμπαναριό οι καμπάνες τής κινηματογραφικής λογοκρισίας. Ο πάτερ Άγχελ χρησιμοποιούσε αυτό τόν τρόπο για να ανακοινώνει τον ηθικό χαρακτηρισμό τής ταινίας σύμφωνα με τον κατάλογο που λάβαινε κάθε μήνα απο τό ταχυδρομείο. Η γυναίκα του συνταγματάρχη μέτρησε δώδεκα χτυπήματα τής καμπάνας.

-Ακατάλληλη γιά όλους είπε. Πάει περίπου ένας χρόνος που οι ταινίες είναι ακατάλληλες γιά όλους. Κατέβασε την κουνουπιέρα και μουρμούρισε: Ο κόσμος είναι διεφθαρμένος» . Αλλά ό συνταγματάρχης δεν έκανε κανένα σχόλιο."

Απ/μα από: «Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν νά του γράψει», Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες μετ. Κλαίρη Σωτηριάδου.

Με κάτι τέτοιες ιστορίες έφτασα ώς την Βιέννη.

Η Κυριακή αποδείχτηκε η ιδανική μέρα για κινηματογράφο παρά τόν λιγοστό χρόνο. Είχε βάλει να βρέχει απ’ τό χάραμα με ΄κείνη εκεί την γκριζόμαυρη βορειοευρωπαική βροχή («σαχλαμάρες», χμουρίζει ο Μάρκες στον πάτο τής τσάντας μου, «η βροχη είναι βροχή απ’όπου κι άν την βλέπεις»).

Εχω να διαλέξω. Στο Κινστλερχάους προβάλλουν τό «Ημερολόγιο ενός ελεγκτή» του Zhanabek Zhetiruov (α’ βραβειο φεστιβάλ Τορίνο 07)

Ομως, η αγαπημένη παππουδίστικη ομπρέλα με την ξύλινη λαβή και το μονόγραμμα με πάει ίσια στην Γιοχάνεσγκάσε και κάνει πολύ καλά. Γιατί εκεί, σ’ έναν απο τους ομορφότερους κινηματογράφους που ξέρω, το Μετρό-Κίνο προβάλλεται η νικήτρια ταινία του Λοκάρνο 07 τό AI NO YOKAN του Kobayashi Masahiro («Αίσθηση αγάπης» έχει μεταφραστεί στά καθ’υμάς «Τhe rebirth» το μεταφράζουν οι αυστριακοί).

Ενα έγκλημα μεταξύ ανηλίκων μαθητριών, η κατάρρευση της ισορροπίας του γονιού, η συνθλιβή μέσα στην μνησικακία, η συγχώρεση;

«Δεν μπορώ πιά να ζήσω χωρίς εσένα, αλλά δεν έχω την ικανότητα να ζήσω με σένα».

Η ταινία καθηλώνει με πολύ απλά μέσα. Η κάμερα κινείται μέ τον τρόπο που κοιτάζουν οι ήρωές της, ώσπου γίνεται βλέμμα.

Ο Κομπαγιάσι διαβάζει Ντοστογιέφσκι και γράφει μουσική. Είναι μαζι μας στην αίθουσα και μέσα στο τζίν και το κόκκινο αδιάβροχό του μοιάζει μεταμφιεσμένος! Παρακολουθω την συζήτηση που ακολουθεί στά γερμανικά και τα ιαπωνικά, που δεν μιλώ, μόνο και μόνο για νά χαζέψω την ησυχία και την σεμνότητα στους τρόπους του Κομπαγιάσι. Απο την χαρά μου θέλω να τον φιλήσω...

Εισητήρια εξαντλημένα για το Control και μετά βίας κατορθώνω νά βρω για τό Sygisball. Πήγα με πολλές προσδοκίες πού έμειναν ανικανοποίητες. Η ταινία θα παιχτεί και στην Θεσαλλονίκη στο φεστιβάλ και νομίζω οτι μάλλον θά αρέσει εδώ. Σε μένα φάνηκε μιά ταινια με πολλες καλές ιδέες (και τεχνικά) που όμως χάθηκε μέσα σε μια ανερμάτιστη φλυαρία και ημιτελή πολυπραγμοσύνη, ίσως ο VEIKO ÕUNPUU όντας ό ίδιος πολυπράγμων να μην κατόρθωσε να τιθασεύει το υλικό του.

Μια ταινία «γιά άντρες με ευαίσθητη καρδιά και άρρωστο συκώτι» που θα μπορούσε να συγκινήσει και την καρδιά του κοινού και το συκώτι του....Τουλάχιστον μάς αποζημίωσε η μουσική που ήταν θαυμάσια...

Εδώ το όμορφο τρέϊλερ και τό τραγούδι το τίτλων:





Τί συνέβη όμως ανάμεσα σε δυό ταινίες και 12 ώρες;

10/16/2007

Οι μέρες κουρνιάζουν αμήχανες στ' ακροκέραμα δυο εποχών
και μιας ηλικίας.
Η εγγύτητα που σου χαρίζει η απόσταση.
Ο χώρος ανάμεσα σε δυο χειρονομίες και μια σιωπή.
Οι γεμάτες παλάμες που δεν έχεις .


Διαβάζοντας , ενδιάμεσα, Αρσένι Ταρκόφσκι:


".........Βαδίζαμε στ' άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας αντικατοπτρισμοί θαρρείς ,
Πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος,
Άγρια μέντα έγερνε κάτω απ' τα πόδια μας,
Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας,
Τινάζονταν τα ψάρια πάνω απ' τό νερό,
και μπρος στα μάτια μας ξετυλιγόταν ο ουρανός....

Όταν η μοίρα μας πήρε το κατόπι,
Παράφρονας με το ξυράφι στο χέρι."

Αποδοση Χρήστος Κουλτούκης, Άρτα 2007