12/15/2009
Αναρωτιέμαι άλλη μια, πώς γράφεται το ποιήμα;
ποιητική αλήθεια και ποιητική ιστορία που συναντώνται;
Βρίσκω τίς μέρες μου να διέρχονται πάνω στίς ράγες μιας φράσης του Τhas (15.11.09)
" Μου είναι σαφές με κάθε τρόπο: δεν ξέρουμε πώς να κόψουμε δρόμο προς τον άλλον."
κι έτσι... κόβουμε λάσπη... Μόλις στεγνώσει μικρά κτίρια εξορθολογισμένης πραγματικότητας έχουν πάρει τήν μορφή διαμερισμάτων. Θα ενοικίσουμε όμορφα πάνω στά θεμέλια τών φόβων μας.........
Θελω να θυμηθώ λέξεις στα ρωσσικά . Τις γιορτές θα μου φτιάξω μιά Πάβλοβα σε κυριλλική μαγειρική. Φραουλες μόνο δεν εχω.
Θά θελα κάποιος να μου πεί σ' αγαπώ χωρίς μιλιά... χωρίς ν αρθρώσει λέξη.....
Τό βλεπω γραμμένο.......
....Το έχω ακούσει ήδη ...
ξεθεμέλιωμα ένα πράγμα...
11/30/2009
10/24/2009
Με βρήκε το fall, in love.
Υστερα απο χρόνιες αποδράσεις και τεχνάσματα σκάρτα και σκουριασμένα .
Πάλι καλά που δεν κακοφόρμισε η ψυχή μου κι ετσι δεν χρειάστηκε ακροτηριασμούς.
Η μήπως πάλι δεν θυμάμαι;
Απλά in love. Όπως έρωτας.
Στρογγυλός, ατόφιος και πανσέληνος.
Τέτοιος που δεν χρειάζεται αδυνατότητες για να υπάρξει μήτε δυνατότητες για να εκδηλωθεί , ουτε και καθρέφτες να λαμπυρίσει το αρνητικό του εαυτού του.
Ανθρώπινος δηλάδη . Απ' αυτους που περνούν . Σαν φθινοπωρινό φύλλο που πέφτει.
Σαν απροσδόκητος. Και ... απροσδόκητος.
Σαν φθινόπωρο σαν fall... in love.
10/22/2009
6/20/2009
Και τι θα έλεγε "αυτό" στους amands de la mar σ' ενα παλιό πόστ
η στον συν ομιλικό του καθρέφτη;
Το πρόσωπό σου
Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει
N.A.Aσλάνογλου
6/04/2009
οι καλλιτέχνες βέβαια εχουν το μέγιστο προνόμιο να αλληλοκαθρεφτιζονται με το κοινο τους κι έτσι ν ακουμε και σπουδαία τραγούδια απο καιρό σε καιρό
Καλες εκλογές με την ευκαρία
2/13/2009
12/20/2008
Τό κείμενο της Μαίρης, για τον ερασιτέχνη ηθοποιό, το βρήκα γραμμένο στο πρόγραμμα μιας τοπικής ερασιτεχνικής παράστασης. Μ' άρεσε τόσο που το ανεβάζω σαν μελομακάρονο τσέπης για όσους ταξιδεύουν ....δύσκολες μέρες που είναι....
Ο ερασιτέχνης
Έφευγε κάποτε σιάζοντας το ημίψηλό του και πάνω του στροβιλιζόταν η έγνοια της σοβαρής του ενασχόλησης. Με γρήγορο βάδην διέσχιζε το νεόδμητο άστυ και να τον στο σύλλογο, στη λέσχη ή στην εταιρεία, νεοκλασικό έμβλημα της σχέσης του με την ά-τοπη χώρα, των μουσών το θεραπευτήριο.
Κι αργότερα έφευγε, η Ελλάδα αναστέναζε, στις προκυμαίες έτρεμαν οι πρόσφυγες, στις πόλεις τα πρώτα εργοστάσια, δύσκολο ν’ απολαύσει άνθρωπος δειλινό… Μα αυτός με γρήγορο βάδην διέσχιζε το πένθιμο άστυ. Κάτι θα πει, βρε αδελφέ, μια κουβέντα με τα παιδιά της μαντολινάτας γι’ αυτόν τον Ντεμπυσύ ή για το Σουηδό που χαλά κόσμο στην Ευρώπη –Στρίντμπεργκ κάπως έτσι- κάτι φτάνει πάντα και σ’ αυτήν την Ελλαδίτσα.
Κι ύστερα έφευγε ακόμη, στο ακόνι της νύχτας η ζωή, πιο μαύρη από την κατοχή, άγριο αλφαβητάρι για παιδιά και μεγάλους. Μετά τον εμφύλιο, απλά άδειασε η χώρα. Ναι, πάλι εκεί θα πάει, προσπάθησε χθες με το ρόλο, πάντως το ρεπερτόριο πρέπει ν’ ανανεωθεί, Τέχνη και Ζωή, ιδού το δίλημμα, πόσο «μαύρο» αντέχει το κοινό; Αλλά κι αυτός, άνεργος, πέντε μήνες τώρα. Τι τα θες, «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος». Μέχρι να καταλαγιάσουν οι σκέψεις, έφτασε. Πρώτος, ευτυχώς έχει τα κλειδιά του υπογείου, θ’ ανάψει και την ξυλόσομπα.
Έφευγε κι όταν ο Χατζιδάκις έφτιαχνε έναν καθρέφτη να δούμε την ομορφιά μας κι όταν το ρεμπέτικο απενοχοποιούσε τον καημό κι όταν ο Ελύτης σήκωνε τις τύψεις μας στον ουρανό κι όταν το ροκ κατέβαινε στους δρόμους των ανήσυχων άστεων και τα Πανεπιστήμια ριγούσαν. Έφευγε όταν ο Κουν τιθάσευε τα καλλιτεχνικά ρεύματα και ένα «γελαστό παιδί» χανόταν κάθε βράδυ στις ψυχές μας.
Ακόμη φεύγει. Στην Αθήνα, στη Λάρισα, στην Πάτρα, στο Βόλο, στα νησιά, στα Τρίκαλα… Φεύγει με τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα και με όλους τους δείκτες στο κόκκινο: χρηματιστήριο, βομβαρδισμοί, η νέα Ευρώπη, ο υπερατλαντικός κίνδυνος, τα νέα μοντέλα οικογένειας, κρίση στις διαφυλικές σχέσεις, πού «να βρω την ψυχή μου», μύθος και το «ελληνικό καλοκαίρι»... Με γρήγορο βάδην διασχίζει το κατακερματισμένο άστυ. Θα κάνει τη γνωστή διαδρομή, χωρίς παραλλαγές, χωρίς λοξοδρομήσεις.
Και ίσως αυτό να είναι και το πιο βαθύ χαρακτηριστικό του: Το ότι –το δίχως άλλο- θα πάει στην ομάδα του απόψε. Έχει θέατρο!
Μαίρη Σιδηρά
11/28/2008

Tώρα τελευταία ξυπνώ το πρωί και χαμογελάω στο μαξιλάρι μου! Μπορεί να είναι σοβαρό , μπορεί απλώς παρενέργεια τροχαίου.
Νομίζω οτι οι νταλίκες εκτός απο μεταφορές εμπορευμάτων καμμιά φορά ενισχυουν την αισιοδοξία όσων δεν πήραν από κάτω ...
Η Μαίρη μου στέλνει το κειμενάκι της για τον ερασιτέχνη ηθοποιό εν μέσω πανικού. Τί ευχάριστο να το βρίσκω ζεστό στο μειλ μποξ μου ύστερα απο μιά παρτίδα εργασιακού μου μπόξ!
Τακουνια στον ώμο και και με πονάνε ολα: πατουσες, μεση , ματια....Μιά ακόμη ημέρα που γίνεται της τρελλής!
Ποιό κείμενο; Αυτο που θά μετάφερω εδω αύριο η ...., μεθαυριο η ....καποια απο τίς επομενες μερες .....
9/25/2008
Στην ανύποπτη στιγμή και στην γωνία συνήθως.
Μπορεί και στην δεύτερη δεξιά στροφή.
Πάντα στον υπεράνω πάσης υποψίας τόπο.
Ενώ ασφαλώς δεν φοράς το 10ποντο και βεβαίως δεν είσαι στα χίλια γκάζια.
Χωρίς φώτα νυσταγμένα, η βαριά. Χωρίς νταλκάδες, θλίψεις η εξωφρενικές χαρές.
Στον άνευ λόγου χρόνο .
και δεν το ήξερα....!
Κι αυτό , θα μπορούσε να είναι ... ποίημα , τίποτα, η ατύχημα.
Είναι όμως μονάχα σώμα!
9/03/2008
Κι επειδή, καθώς φαίνεται, ουδέποτε κατόρθωσα να ξεπεράσω τα σχολικά χρόνια, κάθε Φθινόπωρο αισθάνομαι πώς γεμίζω μια σάκα αγγαρείες και την περνώ στους ώμους γιά την έναρξη τς νέας χρονιάς. Το ίδιο φαίνεται να αισθάνονται κι όσοι έχουν μια κάποια επαγγελματική σχέση μαζί μου αφού μόνο στο λιμάνι δεν με περίμεναν....Κι εγώ θέλω ήδη να κάνω σκασιαρχείο...
Απο τις βαλίτσες που χάσκουν μισοάδειες στο πάτωμα, τις ντουλάπες που θέλουν ανανέωση την στοίβα των ρούχων που θέλει σιδέρωμα , τα φυτά που κάτι θέλουν να μου ψιθυρίσουν, τους φακέλους στο γραφείο που ζητούν νέα αρχειοθέτηση, τους καλοκαιρινούς λογαριασμούς που ζητουν την πλερωμή τους ... το canicule που με τριγυρίζει και....
την φωνή που μου θυμίζει ........
8/31/2008
7/29/2008
το "L' ignorance" ανασκαλίζω τα αιχμηρά σημεία στο γράφημα τής ζωής που καθένας διαθέτει κάπως πως. Πότε μεγαλώνει άραγε κανείς; σε κάποιο χρόνο ή σε κάποιο τόπο;
"κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν κι αυτό είναι φυσικό"
6/16/2008
6/11/2008
Νυχτερινή οδήγηση, πρωϊνή πτήση.
Κατάκοπη στο Αιγαίο....
Τα νησιά δίνουν στά πράγματα τό σωστό τους ύψος.
Αν η επιστημοσύνη κουράζει, η απόδραση στά κοντινά βουνά και στη διπλανή θάλασσα συνομιλεί αναζωογονητικά με τίς μνήμες της παιδικής ηλικίας: συγκομιδή λουλουδιών και βοτάνων γιά τά χειμερινά αφεψήματα .
Ο μπόμπιρας ο μπούμπουρας,
κοιμάται μεθυσμένος, στην αγκαλιά του κάλυκα που χώθηκε και μπήκε, γερμένος ολόγιομος απο υπερβολική δόση νέκταρ...
Το καϊκι μου, το τσαντήρι μου, ό κόσμος μου....
Σ'αυτο το χωριό, οι κάτοικοι δεν στοιχηματίζουν ... συνθηματίζουν μονάχα!
(από τότε που κουφάθηκα αναπαύθηκα!)
Σκέφτομαι ξάφνου τό Παρίσι, σε καλό μου, πάνω σε θαλασσινή στιγμή!
6/03/2008
good fortune
Threw my bad fortune
Of the top of
A tall building
I'd rather have done it with you
Your boy's smile
Five in the morning
Looked into your eyes
And I was really in love
In Chinatown
Hung over
You showed me
Just what I could do
Talking about
Time travel
And the meaning
Just what it was worth
And I feel like
Some bird of paradise
My bad fortune slipping away
And I feel the
Innocence of a child
Everybody's got something good to say
Things I once thought
Unbelievable
In my life
Have all taken place
When we walked through
Little Italy
I saw my reflection
Come right of your face
I paint pictures
To remember
You're too beautiful
To put into words
Like a gypsy
You dance in circles
All around me
And all over the world
And I feel like
Some bird of paradise
My bad fortune slipping away
And I feel the
Innocence of a child
Everybody's got something good to say
So I take my
Good fortune
And I fantasize
Of our leaving
Like some modern-day
Gypsy landslide
Like some modern day
Bonnie and Clyde
On the run again
On the run again
5/20/2008
Κι έρχεται να συναντηθεί με την εικόνα αυτή που τράβηξα πριν μερικούς μήνες στην μεσημβρινή αίθουσα επαρχιακού δικαστηρίου :
Ανθρώπων πριν μερικά λεπτά στοιβαγμένων στο αμπάρι ενός πλοίου, στοιβαγμένων εδώ, μετά την σύλληψή τους, όχι στα εδώλια (δεν χωρούσαν ), αλλά και σ' όλες τις θέσεις του ακροατηρίου, προκειμένου να δικαστούν ως λαθρομετανάστες.
Με τις δημοκρατικές διαδικασίες της πολιτισμένης δύσης που μπορεί να είναι περήφανη ότι δεν εφηύρε την έννοια του ανθρώπου-δούλου, του ανθρώπου-σαπούνι και του ανθρώπου του λαθραίου.....
«……Τι πρόσωπα κατέκλυσαν την πόλη μου
Και στο λιμάνι και στους δρόμους παντού;
Ποια σύνορα ανοίχτηκαν
Και κατατρακύλησαν οι στοιβαγμένοι;
Να ‘μαι στην εποχή ου ή αλλού;
Είμαι στον τόπο που εγνώριζα
η σ’ ένα τόπο που δεν μ’ αναγνωρίζει;
Σα να ξεκόλλησε απ’ αλλού η θάλασσα
Σα να ξεκόλλησε ο καιρός
κι έφερε κόσμο αγνώριστο,
μορφές για να διαλέξω….»
Απόσπασμα από το ποιήμα του Σπύρου Βρεττού: «Ο ζωγράφος Καραβάτζο διαλέγοντας φωτεινές μορφές για το σκοτάδι του», Αθήνα 2008, «Συνέβη» εκδ. Γαβριηλίδης
5/14/2008
(σεληνιακοί κορμοί δέντρων έξω από το μουσείο του αρχαιολογικού χώρου τής Ολυμπίας)Η σιωπή, μετέχει του λόγου εξίσου όπως, σε κάποιες περιπτώσεις, του κενού.
Ο λόγος αυτός που αρθρώνει η σιωπή στον ιδιότοπό της και δεν μας κοινοποιείται, κατά το χρόνο της διατύπωσής του, παρά μόνο μεταγενέστερα μεταφρασμένος, στην γλώσσα του ετερισμού, παραλλαγμένος, συμβολικός η αποσταγματικός, είναι το είδος του λόγου που είναι πλούσιος και δημιουργικός ακριβώς επειδή δεν αντηχεί.
Σωπαίνω εδώ, γιατί ομιλώ κάπου αλλού λέει αυτός ο λόγος . Αλλού, ώστε να δύναμαι να μετέχω του άλλου .
Συλλέγω αναγνώσεις, επιγνώσεις και υλικό των αισθήσεων. Γράφω καταργώντας ερμηνείες και προγνώσεις, καταγράφω συλλαβές και φωνήματα τής αφής και της όσφρησης. Διαγράφω τις μελανιές τού σώματός μου και σκιαγραφώ την πραγματικότητα του ύπνου.
Κι όλα αυτά ως χροιά , ως χρεία όχι.
4/11/2008

Άνοιξη και θυμός .
Μπλέηκ μονάχα μην ακούσω! Θα πιτσιλίσω με λαδομπογιά, τους τοίχους μπλέ όσο,
στη διαπασών, του Μάλλερ η 9η , νύχια θ' ακονίζει.
Μπλέηκ μονάχα να μην ακούσω ! Θα κουρελιάσω τα μεταξωτά πουκάμισά σου και τα ξεφτίδια τους , με σπάγκο κόκκινο θ απλώσω στο σαλόνι.
Κι ύστερα, διάπλατα αφήνοντας τις πόρτες θα μακρύνω. Χάρτινες λέξεις μασουλώντας στο φευγιό μου, μελανές.
Φτύνοντας, που και που, νωχελικά από τα αισθήματα σου, κάποια. Τα γραμμένα. Στούς δρόμους . Στίς γωνιές...
4/05/2008
το κομμάτι το αφιερώνω στην Κρότ που ήταν αφορμή ν ανοίξω μπαούλα με μουσικές μνήμες τελευταία, κι οποιος εχει να συστησει αναλόγου τύπου σχημάτάκια ας κάνει comάντο κάτωθι
4/04/2008
3/21/2008
21 Μαρτίου 1950, Cesare Paveze
Έχεις αίμα κι ανάσα.
Είσαι κι εσύ φτιαγμένη από σάρκα,
από μαλλιά και από βλέμματα. Η γη και τα δέντρα
ο μαρτιάτικος ουρανός, το φως,
πάλλονται και σου μοιάζουν-
το γέλιο σου και το βήμα σου
σαν νερά που αναπηδούν-
η ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια σου
σαν σύννεφα μαζεμένα
το τρυφερό σου κορμί
ένας σβώλος στoν ήλιο.
Έχεις αίμα και ανάσα.
Ζεις σ’ αυτή τη γη.
Γνωρίζεις τις γεύσεις,
τις εποχές, τα ξυπνήματα,
έπαιξες στον ήλιο,
μίλησες μαζί μας.
Καθαρό νερό της άνοιξης
Βλαστός, χώμα,
ανθισμένη σιωπή,
έπαιξες όταν ήσουνα μικρούλα
κάτω από διαφορετικό ουρανό,
κι έχεις τη σιωπή μέσα στα μάτια σου,
ένα σύννεφο που αναβλύζει
σαν πηγή από τα βάθη.
Τώρα γελάς και δονείσαι πάνω απ’ αυτή τη σιωπή.
Γλυκός καρπός που ζεις
Κάτω από τον καθαρό ουρανό
που ανασαίνεις και ζεις
σ’ αυτή τη δική μας εποχή
στην κλειστή σιωπή
βρίσκεται η δύναμή σου. Όπως
το χλωρό χορτάρι στον αέρα
ανατριχιάζεις και γελάς,
όμως εσύ, εσύ είσαι γη.
Είσαι ρίζα σκληρή.
Είσαι η γη που περιμένει.
21 Μαρτίου 1950, Cesare Paveze, απο τή συλλογή "Vera la morte e avra i tuoi occhi"
Την ίδια μέρα , 21/3/1950 , σε μια από τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις ο Παβέζε γράφει :
" Δύσκολη μέρα. Στην Ιτ.(αλία) κατάσταση ακήρυχτου εμφύλιου πολέμου, διάφορες φωνές μιλάνε για αλυσιδωτή ατομική αντίδραση τον Απρίλιο. Όλα θέλουν να με χωρίσουν από εκείνη, να την στείλουν πίσω στην Αμ(ερική) , ν' αποκλείσουν τη Ρώμη, να τα χαλάσουν όλα.
Υπέφερα -έτσι πριν; Ναι τότε υπέφερα από το φόβο του θανάτου. Τώρα από το φόβο μην τη χάσω. Υπάρχει πάντα κάποια αιτία για να υποφέρει κανείς. Παραιτήσου. Στωικισμός, αυτό μετράει. Si fractus illabatur orbis**...."
**= στίχος από τις Ωδές του Οράτιου (ΙΙΙ , iii, 7): "Αν έπρεπε να πέσει κομματιασμένος ο κόσμος"
Mετάφραση Γιάννης Η.Παππάς , από το : «CESARE PAVESE , ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» , Αθήνα, Printa 2004
3/20/2008
Λασκαρατογεννημένα. Σήμερα έχει γενέθλια το blog μου. Παρότι πολλές φορές το εγκατέλειψα, και μία το έσβησα κιόλας, τελικά επέζησε κι έφτασε και στα τρία! Οφείλω να του αναγνωρίσω την επιβιωτική του δύναμη και να ομολογήσω ότι το θαυμάζω γιατί έφτασε ως εδώ εντελώς μόνο του χωρίς να παρέμβω καθόλου στο μεγάλωμά του και χωρίς να του παρέχω την ελάχιστη φροντίδα. Το μπλόγκ μου υπήρξε από την αρχή σκέτο μπλόγκ, έξω από το φύλο του προσώπου που έκανε τις αναρτήσεις, σαν τέτοιο ήθελε να μιλήσει και νομίζω δεν τα πήγε και τόσο άσχημα έστω κι αν με τους ψίθυρους τα πήγαινε καλύτερα. Αν κι ήταν στην αρχική του πρόθεση, ποτέ δεν αναφέρθηκε σε λόγους περί το φύλο. Δεν το μετάνιωσε που δεν το έκανε και δεν θα το κάνει ούτε σήμερα. Θα κεράσει όμως, λόγω γενεθλίων, τα ζιζάνια λόγια του Ανδρέα Λασκαράτου του οποίου η ανάλυση για την κατασκευή του φύλου -και όχι μόνο- είχε προηγηθεί της υψηλής κοινωνιολογικής θεωρίας κατά 2 αιώνες. Λόγια που πέραν του φύλου αφορούν και την σχέση μας με κάθε βλαστάρι μας -είτε πρόκειται για παιδί μας είτε για πνευματικό μας παιδί- και την ευθυνη της στάσης μας απέναντι στον εαυτό άλλο. «….Ο Κεφαλονίτης προσμένει το παιδί που θα γεννήση η γυναίκα του, καθώς προσμένη και την έκβαση κάθε άλλης του εμπορείας. Έκαμε σερνικό; η δουλιά επίτυχε, εκέρδισε, εκείνην τη χρονιά νομίζεται πλουσιότερος. Έκαμε θυλικό; Η δουλιά επήγε κακά, έχασε , εκείνην τη χρονιά πέφτει sotto!... Εκείνην τη χρονιά του γεννηέται όχι ένα παιδί, μά ένα χρεϊ στο σπήτι του! Χρεϊ μισητό επειδή δεν επερίλαβε την ποσότητα την οποία υποχρεόνενται να πληρόσει!... χρέϊ που για είκοσι εξακολουθινούς χρόνους θαν του ζηγιάζει πάντα στους υπολογισμούς του, έως ότου λάβη από το γαμπρό του την περιλαβή του πρικιού, και ησυχάσει πώς έβγαλε το χρέϊ απάνουθέ του.!... Έτσι δεν είδε πουλιό στο παιδί του το θυλικο παρά ένα ομόλογο.! Ένα ομόλογο του οποίου επιθυμούσε το ξέσχισμα! Αξένει το θυλικό μέσα στο σπήτι, και αξένει στα μάτια του γονέωνε σαν ένας εχθρός οπού μια μέρα θ αρπάξει το πράμμα τους και θα φύγει!... «Μωρή κακό να σόρτη, Μωρή αναθεματισμένη , Μωρή αδούρητη» είναι η πουλιό συνηθισμένες κλητικές με τις οποίες πατέρας και μάνα κράζουν τες θυγατέρες τους, τρυπόμενες εδώ κι εκεί μέσα στο σπήτι, για ν αποφυγουνε τη φοβερή παρουσία της μάνας και του πατέρα!... «Να μη χρονιάσουνε , να σου σκάσουνε» κι άλλα παρόμοια, είναι τα αρεσκεύματα που η μανάδες κάνουν ανάμεσό τους!... Οι δαρμοί , τά φάσκελα, η μαμουροσύνες, το ψωμί το δεύτερο, ενώ τά σερνικά τρώνε το πρώτο, είναι τα πράματα που θα μείνουν εντυπομένα στο νού τους όντις μεγάλες, και που ωστόσο χοντροϊδένουνε , αγριόνουνε και πρικένουνε την καρδιά και το πνεύμα τους! Στο ύστερο, μια χτηνώδης ψυχή αποκάτου σε μορφή ανθρώπινη είναι το αποτέλεσμα της ζωής οπού επεράσανε στο πατρικό σπήτι. Επειτα από μια τέτοια ανατροφή, μπορεί να ήναι όμορφες, να ήναι καλοντυμένες, να ξέρουνε να κόβουνε και να ράφτουνε, να καπακίζουνε και να γρατσουνούνε , και όμως να ήναι χτήνη με τά οποία να μη μπορέι κανείς να συζήση χωρίς να αισθάνεται την ελλάτωσή τους και την πρεπούμενη καταφρόνηση για δαύτες. Έτσι κηόλες είναι γνωμικό αναγνωρισμένο στον Τόπο, πώς, Η γυναίκες δεν πρέπει να μπαίνουνε στις δουλειές τες αντρίκες . Που θα ΄πη ότι η γυναίκες είναι θεωρημένες ως όντα κατώτερα, ανίκανα, και ανάξια να υψώσουν το πνεύμα τους και την ημπόρεσή τους έως το ύψος του πνεύματος του ανδρός ! Ιδού πως το απάνθρωπο μίσος των γονέων προετοιμάζει κ εκθέτει την μισή κοινωνία εις την καταφρόνιση της άλλης μισής. Και ιδού πως μια φυσικήν αντανάκλασην ελλατώσεως τα θυλικά τούτα ελλατωμένα τά αναθρέφουν τα σερνικά, τα οποία μια μέρα θα είναι άνδρες , και τα οποία βέβαια θα γεννούν κ εκείνα χτήνη από το είδος της μάννας, έως ότου η Ιταλία ναν τους σιάση το έξωθεν και να τά κάνη εξευγενισμένα χτήνη!...» Ανδρέα Λασκαράτου , «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» , Κεφαλληνία 1856 . |
3/17/2008
Έχω βασανιστεί πολλές φορές με την ανάγνωση επώνυμων κι ανώνυμων κειμένων, που ξεκινούν με μια βαθυστόχαστη φράση ενός μεγάλου συγγραφέα η φιλοσόφου -το νόημα της οποίας κατά κανόνα αγνοούν -, για να αποκαλύψουν στη συνέχεια πίσω από την κουρτίνα του βαρύγδουπου το πρόσωπο του κενού. Μάλιστα δε όσο αρχαιότερος ο φιλόσοφος κι όσο μεγαλύτερη η άγνοια του έργου του, τόσο μεγαλύτερος κι ο κρότος.
Φυσικά η καθ’ αυτή αξία των συγγραφέων, φράσεις του έργου των οποίων γίνεται χρήση, δεν είναι δυνατόν ουτε να μειωθεί, αλλ’ ούτε όμως η επίκληση του ονόματος τους αρκεί -ως μαγικό ξόρκι- για να συγκροτήσει το ανερμάτιστο.
Ώστε να σκέφτομαι πώς η απλή, και καμία φορά και απλοϊκή άποψη, αποδεικνύεται ισχυρότερη και ουσιαστικότερη στην επάρκεια της αλήθειας της ως υπεύθυνη και μόνο ως προς τον εαυτό της , διότι θαρσείν ως προς τη βουλή και διακοσμείν μη ως προς τη δειλία.
3/12/2008


(απο την έκθεση του Σωτήρη Δανέζη στο Μουσείο Φωτογραφίας /10 ο φεστιβάλ ντοκυμαντέρ Θεσ/κης )
3/09/2008
2/29/2008
2/22/2008
Denthelwtipota!alitheiasoylew,tipotadethelwoyte
aftitimikristagonaapofwtiapoylampirizeistamatiasoy
otanekplissesaipoyakomaanavoynstomesasoydwmatiofwtakia
stinomorfiadenthelwtipotaaftitinepoxitoyxionioy
2/18/2008

να ζαλίζεται και να παραπατά. Θέλει οπωσδήποτε, να αποβιβαστεί
απ' το επισφαλές τούτο όχημα΄ που όμως να πατήσει;
Ξερνά και βλαστημά τον Γαλιλαίο."
Αργύρης Χιόνης: "Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ" , ποιήματα 1966-2000 , Νεφέλη , Αθήνα 2006
Με τέτοιο χιόνι κάτι θυμήθηκα κι εγώ ....
στην έκδοση τηρείται πολυτονικό σύστημα. Λυπάμαι για την αδυναμία ακριβους αντιγραφης .
1/28/2008
"στην πραγματικοτητα καθε φορα που ανεβαινα τις λεξεις του τον τελευταίο μηνα, τον ένιωθα να κλωθογυρίζει το νημα σ ενα κουβάρι νοσταλγίας γιά ότι δεν θά επέστρεφε ποτέ ξανά..."
και ετσι, με τις τελευταίες, ήρθε στο νού μου αυτό το ποιήμα του Χ. Λάσκαρη
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ
Αυτό τό ποιήμα
ποτέ δε θα το ξαναγράψω.
Ποτέ δεν θά περάσω
απ'τά ίδια φιλιά.
πρόκειται γιά μουσικό σχήματα επι μερους μέλη του γνωστά σ'οσους φουμάρουν παρόμοιους μουσικούς καπνούς
αν και για φέτος δεν έχουμε νεα τους ελπίζουμε σύντομα να τους συναντήσουμε κάπου
ακούστε αυτό:
http://www.tabakomusic.com/audio/ion%20%20mp3.mp3
κι αναζητείστε την σχετική σελίδα τους
όποιος μπορεί να βοηθήσει λέγοντάς μου με ποιό τρόπο φορτώνω ενα μουσικό αρχείο ωστε ν' ακουγεται με την εισοδο στο μπλόγκ η σε καποιο πόστ και θέλει, ας αφήσει ενα σχόλιο με οδηγίες
1/26/2008
1/23/2008
1/22/2008
«Εις την Γαλλίαν βεβαίως, που πια ένας Σαρκοζί την κυβερνά.
Ένας Σαρκοζί . Ένας γαμβρός!»
Γενικεύτηκε λοιπόν και στα μικρά-μικρά καφέ ακόμη, κι αμέσως άρχισαν οι φίλοι τις λεπτές τις συζητήσεις : Για την διανομή απαγορεύσεων κ ενδοτικοτήτων. Για τα μερίδια και τα μερίσματα των ομάδων: αν και που πρέπει -κι αν πρέπει κάπου-, να καπνίζουν οι καπνιστές. Για το αγαθό της δημόσιας υγείας κι αν επιτρέπεται η προστασία του να επιβάλλεται και πώς. Για την προστασία και τους τρόπους κατανομής της απολαβής των ατομικών δικαιωμάτων. Για τις αποχρώσεις της δημοκρατίας κι άλλα τέτοια που, σ’ έναν προδιατυπωμένο κόσμο -ως έτσι εκφραζόμενα- , φαντάζουν κουραφέξαλα και που συχνά τ’ ομολογώ μετέρχομαι κι εγώ ως γνήσιο η και νόθο τέκνο της Εσπερώπης ….
«Μα αληθινά σας λέω δεν σκέφτομαι την Δύση, μα αυτήν την άγρια φύση, πριν να την μετατρέψουν σ' άγρια Δύση»
Πάει βλέπεις και πολύς καιρός που ο καπνός μπήκε στα πακέτα κι απόλαυση δεν είναι. Που από ησυχαστική ηδονή και μυστική πνευματική επικοινωνία, έγινε ευτελής μαζική εξάρτηση κι αντί γι' απόλαυση ποταπή κραιπάλη.
Σκέφτομαι τους μεγάλους μας, που μας λείπουν τόσο, και τι θα ‘λεγαν ίσως για όλ’ αυτά τα χοντροκομμένα (μ’ ελάχιστες ασφαλώς και σίγουρα εύστοχες λέξεις).

Τέτοιους όρους, όρους απόλαυσης και ηδονής δεν τους γνωρίζει η αγορά. Αυτή ξέρει μόνο από χρήση και κατάχρηση.
Η αγορά μαζικοποιεί την απόλαυση και την ευτελίζει κατηγοριοποιώντας τρόπους και έθη κι επιβάλλοντας, -καν ήθη , καν συνήθειες-, μα φτηνές έξεις.
Η αγορά κατηγοριοποιεί τα πρόσωπα τα τσαλακώνει , τα λεκιάζει, τα στοιβάζει σε κατηγορίες αντιθέτων κουνώντας έπειτα μακιαβελικά την μπαγκέτα της για να διευθύνει την ατονική στριγκή της συμφωνία που δεν διακρίνει τις αποχρώσεις τις μουσικής που διαγιγνώσκει με βάσει το ισοζύγιο των δαπανών της και βαφτίζει αναλόγως την απολυταρχία της με ονόματα που μιλούν για δημοκρατία.
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
η πίπα από γιούσουρι
όπου θωπευτικά κρατώ
στα δάχτυλα
ταυτόχρονα με την άφταστη του καπνίσματος
την ηδονή 
μού φέρνει έντονα και της θάλασσας
τη γοητεία
με τα αρμυρίκια και τα φύκια
της
τους άπατους βυθούς της
τους βαθυγάλανους
και τους κρυφούς
την απίθανη λαμπρότητα
των ψαριών
και των φυτώνε της
όμως
απ τα σαρκώδη λούλουδα της θάλασσας
προτιμάω πολύ περισσότερο
τα άνθη της στεριάς
τ’ αέρινα
για τά λουλούδια του κάμπου και των περβολιών
παθαίνομαι
και τα γνωρίζω καλά
ως τ’αγαπώ:
η αγάπη είναι ό μόνος τρόπος κάτι να γνωρίσουμε
γνωρίζω
λοιπόν
κάτι λουλούδια κόκκινα
που δεν θυμάμαι πώς τα λένε
και φυσικά δεν μπορώ και νάν τά πώ
και κάτι άλλα λουλούδια
υπέροχα μυστηριώδη
και κρυφά
γνωρίζω
όπου αυτά τά ξερω
τα ξέρω μάλιστα καλά
αλλά και που δεν κάνει διόλου ναν τα πώ
1/08/2008
Ώστε ελευθερα μπορώ να πώ πιά:
Καλή χρονιά αγαπημένοι κι αθώοι μου φίλοι!
ευχές απο καρδιάς με άρωμα απο την πιό αγαπημένη μου ίσως ταινία ....
12/29/2007
Δεν ξέρω αν η Αμαλία Τσακνιά είχε κάπως-πώς δει τους εραστές του Magritte, διαβάζοντας όμως την "θλίψη" της χθες βράδυ, δεν μπόρεσα -κι ας διαφωνούσαν κάποια απ' τα νοήματά μου- παρά να φέρω στο μυαλό μου αυτήν εδώ τήν εικόνα :

Ή θλίψη έχει το πρόσωπο σημαδεμένο
ωραία με το πρόσωπο σημαδεμένο.
Αμαλία Τσακνιά, Αθήνα 1978 συλλογή Αφύλακτη διάβαση
Ποιήματα 1969-1984, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2000.
12/22/2007
έτσι έλεγαν οι γιαγιάδες μου, «Άϊρα και Κάϊρα»!
Κι οι γιαγιάδες μου, δεν ήσαν όποιες κι όποιες.
Ήσαν η πρωτογενής μου οικογένεια! Πρόσωπα δεσπόζουσας θέσης στην καρδιά, από εκείνα που είτ’ ενδυναμώνουν είτε ξεστρατίζουν τη ζωή σου η και τά δυό μαζί. Αγαπώσες, παρούσες, μόνες κι αυτάρκεις.
Μεγάλη ιστορία οι γιαγιάδες μα άλλο είναι τό θέμα μου.
«Άϊρα και Κάϊρα» λοιπόν, αποκαλούσαν τους «παντού τόπους»! τους τόπους δηλ. απ’ όπου επιστρέφουν εκείνοι που γυρίζουν σάν σβούρες την σβούρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Τους τόπους που πάς όταν χάνεσαι. Όχι τους τόπους που επιστρέφεις, αλλά τους τόπους που χάνεσαι....
«Που ήσουν Όλυφ άϊρα και κάϊρα;»
(«και γιατί γύρισες ;» όπως θα πρόσθετε ό Τ.Λ. ανακρίνοντας τήν μνήμη γλυκά).
Κάπως έτσι, το Κάϊρο γράφτηκε σάν ο τόπος που οπωσδήποτε θα ήταν μακρινός κι άπροσδιόριστος ακόμη κι αν επρόκειτο για την διπλανή πόλη. Και τέτοιος, παραδόξως, γινόταν ακόμη περισσότερο όσο πιό πολλά μάθαινα γι’ αυτόν, όσο περισσότερα συγκέντρωνα σε λέξεις, γεύσεις, μυρωδιές, εικόνες, στίχους και κυρίως ήχους.
Ποτέ μου δεν σκέφτηκα τό Κάϊρο σαν τόπο επιστροφής, ούτε όμως σάν πέρασμα.
«Μια πόλη γίνεται ένας κόσμος όταν αγαπάει κανείς κάποιον απ τους κατοίκους της» , λέει ο Ντάρρελ.
Για κάποιο λόγο τό Κάϊρο ήταν για μένα ένας τόπος δέντρο που θα βρισκόταν σταθερά πάντα εκεί για να σου θυμίζει πως πιό κάτω είναι οι φοινικιές κι η Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια, πόλη που νοσταλγούσα απο παιδί χωρίς να έχω συναντήσει κανέναν της κάτοικο εκτός απο στίχους του βέβαια.
Και να τώρα, χάρη στο ξεφυλλισμα του αγαπημένου μου «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου» του Ντάρρελ που τέτοια μέρα γιορτής μου δώρισε η Κ., του Νείλου τ’ αμμοχώραφα κι όχι μονάχα η Αλεξάνδρεια μοιάζουν περισσότερο με τόπο της επιστροφής φέροντας και τό Κάϊρο-δέντρο πιό κοντά. Διαβάζω ξανά:
«Πλατεία Ζαγλούλ-ασημικά περιστέρια στο κλουβί. Ένα θολωτό υπόγειο με μιά σειρά μαύρα βαρέλια, πνιγμένο στον καπνό απο τις τηγανιτές μαρίδες και την μυρωδιά του ρετσινάτου. Ένα μύνημα ορνιθοσκαλισμένο στο περιθώριο μιάς εφημερίδας. Εδώ έχυσα κρασί στο μαντώ της κ ενώ την βοηθούσα να επανορθώσει τη ζημιά άγγιξα τυχαία τά στήθια της. Δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Στο μεταξύ ο Περσγουόρντεν μιλούσε τόσο ωραία για τήν Αλεξάνδρεια και την πυρκαγιά τής βιβλιοθήκης της. Στο δωμάτιο από πάνω ένα κακομοίρικο παιδί στριγγλίζει απο μηνιγγίτιδα....»
Λώρενς Ντάρρελ , Αλεξανδρινό Κουαρτέτο , Ιουστίνη, μετφ Αιμίλιος Χουρμούζιος
12/02/2007
Το σπίτι είναι όμορφο τήν άνοιξη, μα όλες οι εποχές το λούζουν στό φώς αιτία για το χρώμα τών στοιβαγμενων απο τοίχο σε τοίχο βιβλίων, που ανάμεσά τους μετράς ικανότατο όγκο αρχαιοελληνικής γραμματείας και άπω-ανατολικής ποίησης!
Εκτός απο τόν κινεζικό πάπυρο με τα χαϊ κού στο στενό υπνοδωμάτιο, δύο είναι τά αντικείμενα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου .
Ο Μπρέχτ εμπιστευόταν την τεχνολογία και πίστευε πώς η χρήση της μπορεί όχι μόνο να υπηρετήσει την τέχνη, αλλά και να συμβάλλει διαμεσολαβητικά τόσο στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας όσο και τής ίδιας τής τέχνης δημιουργώντας ενεργητικούς ακροατές . Χαρακτηριστικά έγραφε το 1932:
"Το ραδιόφωνο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο μεσο για την εγκαθίδρυση μιάς δημόσιας επικοινωνίας, ένα τεράστιο δίκτυο απο καλωδιώσεις .
Δηλαδή αυτο θα μπορούσε να συμβεί αν ξέραμε πώς να δεχτούμε εξίσου όπως μεταδίδουμε , πώς να αφήσουμε τόν ακροατή να μιλήσει εξίσου όπως ακροάζεται , πώς να επικοινωνησουμε μαζί του αντι να τον απομονώνουμε . Στην βαση αυτή το ραδιόφωνο δεν θά ήταν ο παροχέας μιά επιχείρησης αλλά ο οργανισμός τών παροχέων ακροατών του"
Der Rundfunk als Kommunikationsapparat" in Bjitter des Hessischen Landestheaters Darmstadt, No. 16, July 1932]
Πέρα όμως απο τίς κοινωνικές του πεποιθήσεις γιά τό ραδιόφωνο, τό ίδιο το ραδιόφωνο-αντικείμενο, το μικρό εκείνο παλιό κουτάκι με τά κουμπιά στο υπνοδωμάτιο, ό Brecth φαίνεται να το αγαπούσε πολύ. Τόσο πολύ:
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ:
Μικρό μου κουτί,
Bertold Brecht
11/27/2007
Στο τέλος τής μέρας
η γεύση σου ζαλισμένη,
απλώνεται βελούδινη
στα συρματοπλέγματα
τής αγκαλιάς μου,
11/26/2007
"Ye gods, what havoc does ambition make among your works!"
Ο Edward Burtynsky η Jennifer Baichwl
και τα μηχανοποιημένα τοπία:







