11/17/2007

Running in the rain

Προσπαθούσε εδώ κι ένα εικοσιτετράωρο να γράψει κάτι, αλλά είχε μπερδευτεί. Μπορεί και να ‘χε κουραστεί η θυμώσει. Ήταν κι η δουλειά που είχε κολλήσει. Κι ο κακός καιρός. Χθες κ σήμερα έβρεχε ανελέητα. Το βράδυ πέφτανε καρεκλοπόδαρα απ’ το πατάρι και το πρωί στάζανε οι μύτες απ τις μαρκίζες πάνω στους σβέρκους των περαστικών. Τώρα άνοιξε πάλι σε λιακάδα.
Τι ψυχασθένεια! μουρμούρισε. Θα μας τρελάνει όλους αυτή η εναλλαγή, θ’ αρχίσουμε να λιποθυμάμε ομαδικά στους δρόμους σε λίγο με τις ομπρέλες και τα μάτια ανοιχτά.

Το μόνο που ξέρω είναι πώς δεν υπάρχει συμπαγής εικόνα, σκέφτηκε. Αλλάζουμε, αλλάζουμε διαρκώς. Διαφεύγουμε διαρκώς χορεύοντας μια μακριά μια κοντά απ’ τους εαυτούς μας και τους άλλους. Κι αυτό το σώμα ακόμα, η σάρκινη βεβαιότητα, μήτε κι αυτό μένει σταθερό. Πόσα εκατομμύρια κύτταρα πέθαναν μέσα μου σήμερα;

Ήταν σωστό που ο Κίμωνας έγραφε γράμματα λοιπόν! Δεν ήταν ότι προτιμούσε τις λέξεις, ήξερε μάλλον. Ε, ναι μάλλον ήξερε. Κάτι τέτοια πώς να τα πεις στο τηλέφωνο; τα μουρμουρίζεις κάτω απ τις μαρκίζες στον εαυτό σου, τα κάνεις γράμματα, πόστ, τραγούδια, κάτι, τίποτα.
Ουφ……πόσο ήθελε να τρέξει τελικά.……

Έτρεχε αργά στο δασάκι και κάτω απ τα πέλματά της έβγαζαν ήχους ασθενικούς λασπωμένα χώματα, βρεγμένα κουρελιάρικα φύλλα και μικρές πέτρες. Η ανάσα, δροσερή ακόμη, ανεβοκατέβαινε ρυθμικά από τη μύτη στο λάρυγγα , από κει στα τοιχώματα του στέρνου και πάλι πίσω μες απ' το μισάνοιχτο στόμα.

Πόσο χρονών αισθάνεσαι αλήθεια; είχε ρωτηθεί. Έτρεχε και δυσκολευόταν να γελάσει. Πόσο; Καθόλου! Μα δεν αισθανόταν πόσο. Δεν θυμόταν ποτέ να είχε νιώσει τον χρόνο ως πόσο. Ως πώς μονάχα τον ένιωθε τον χρόνο, ως πώς.
Μα και πώς να το εξηγήσει αυτό αλήθεια;

Οι ταυτότητες δεν είναι τελικά και τόσο άχρηστες. Σε βγάζουν από την δύσκολη θέση όταν χρειάζεται να προσδιορίσεις πράγματα. Αλλά δεν θυμόταν και να είχε ρωτηθεί συγκεκριμένα.

Είχε φτάσει στο τέλος του μονοπατιού. Η φόρμα είχε λασπωθεί ελαφρώς στα πλαϊνά κι ο ιδρώτας έτρεχε ζεστός στην ραχοκοκαλιά. Στάθηκε στο πεζούλι κι έσκυψε παίρνοντας βαθιές ανάσες. Μετά από μερικά λεπτά ανασηκώθηκε. Έστρεψε το κεφάλι ψηλά κι έγειρε το κορμί προς τα πίσω. Το ρολόι έδειχνε σαράντα τρία λεπτά....

τέλος πάντων, μουρμούρισε, χαμογελώντας ψηλά στον κακοχρωματισμένο ουρανό, σορτς δε φοράω … λονγκς όνλυ είμαι ο εφιάλτης κάθε αγοριού κι από ουίσκι πίνω λαγκαβούλιν…