7/08/2007


(Κρήτη 1863)

«Aλλ’ήδη εισέρχοντο είς το χωριό και ο Θωμάς εστράφη κ’εφώναξε πρός τόν Σαϊτονικολήν:

-Ακούς σύντεκνε Νικολή, είντα διαλαλούνε;

Ο Σαϊτονικολής επρόσεξε και ήκουσε την φωνάρα του Παπαδομάρκου, όστις από υψηλόν δώμα διεκύρρητε τά εξής:

«Μωρέ παιδιά! Όλοι Τούρκοι και Ρωμηοί να το κατέχετε πως το Σάββατο θα καθαριστούνε τά χαντάκια απού το Μαυρικό ώς την Ποταμίσσα , κι όποιος δεν πάει γ΄ή δεν πέψη αργάτη θα πλερώνη πρόστιμο!».

Κατ’έτος η κατά διετίαν ο Μουδίρης, συνενούμενος με τούς προεστούς, διέτασσε κ΄εκαθαρίζοντο δι’αγγαρείας των παροχθίων ιδιοκτητών οι χάνδακες τών λειβαδιών, διά να μη αναπτύσσωνται ελώδη μιάσματα απο τήν συσσώρευση τής λάσπης, ήτις εδυσκόλευε την ροήν τών υδάτων.

Ο Θωμάς είχε σταματήσει πρό του τελευταίου νερόμυλου και επότιζε τον όνο του, ενώ ο Παπαδόμαρκος επαναλάμβανε τρίτην και τελευταίαν φοράν τό διαλάλημα. Εκεί είχον σταματήσει και άλλοι χωρικοί και ομίλουν περι της διαταγής, εντείνοντεςτην φωνήνδια να μη χάνεται είς την βοήν τού μύλου. Όλοι οι υπόχρεοι εις αγγαρείαν εγόγγυζον, διότι ό μέν ένας είχε τό Σάββατον εργασίαν μη επιδεχομένην αναβολήν, ό δέ άλλος έκρινε άδικον νά έχουν όλοι ίσην υποχρέωσιν, εν ώ αί ιδιοκτησίαι ήσαν άνισοι .»

Από τόν «Πατούχα» του Ιωάννη Κονδυλάκη, Αθήνα 1892

***

Χρόνια τώρα, θές γιατί έτσι θές γιατί αλλιώς, το απέφευγε. Με κάτι διφορούμενες δικαιολογιούλες και τεχνάσματα όλο και την ματαίωνε τήν απόκτησή του. Μέ κάτι ψευτοδικαιολογιούλες και τεχνάσματα, όλοι σχεδόν οι γνωστοί κι οι φίλοι τό είχαν βάλει σιγά-σιγά στα σπίτια τους. Συναινούντες και συνένοχοι. Πλήν εκείνης. Που τό ανέβαλλε. Είχε, όμως, φέρει δυό μπουγαρινιές. Και φύτεψε και δυό μέντες στο περβάζι, στη γλάστρα. Πήρε και δυό λουϊζες για το βεραντάκι.

Όμως φέτος τήν είχαν στριμώξει .

-Θα σού πάρουμε εμείς ένα..., της είπαν, δώρο! Δεν θά ξοδέψεις δεκάρα, να μη στεναχωριέσαι. Και δύο θα σου πάρουμε, αν θές, μάλιστα. Δεν γίνεται να ζεις έτσι αφύσικα... Εξάλλου, μήπως και τό δικό σου θα κάνει τη ζημιά; Μ’ ένα δεν σώζεται η κατάσταση, σώζεται; Εσυ που πάς και στις διαδηλώσεις γιά το περιβάλλον, όταν γυρίζεις απο τους δρόμους λίγη δροσιά, όσο νά ναι, την χρειάζεσαι για νά μην πάθεις άσθμα... Όσο νά ΄ναι....

Τζάμπα αντέτασσε πώς στο σπίτι μας, πρώτα, δοκιμάζεται -και σκληρότερα απο πουθενά- κάθε πίστη, κάθε αγάπη, κάθε φροντίδα. Τήν είχαν στριμώξει γιά τα καλά αυτή τή φορά. Ηταν βλέπεις, θέμα κανονικότητας πλέον, δηλαδή θέμα «φύσης».

Δεν θά την γλύτωνε. Ζήτημα χρόνου ήταν να το βάλει στο σπίτι το κλιματιστικό.

3 comments:

οι σκιές μιλάν said...

Για να μπώ στο "κλίμα", πού τον θυμήθηκες τον Πατούχα!! (γελώ)

Τί περήφανες μαδάρες είναι τούτεσες. Χανιωτάκι 'σαι, μωρε;
:PPPP

ολυφ said...

Οϊ μωρέ, ούτε που έχω ποτέ μου αξιωθεί να πατήσω το ποδάρι μου στην Κρήτη !
Αγαπώ όμως πολύ τον Κονδυλάκη ε, κι όταν με πνίγει το λογοτεχνικό κλίμα των σύγχρονων, πιάνω κι εγώ τους κλασσικούς για λίγο καθαρό αέρα. (αλλά είδες τά αυτονόητα πόσο καλά τα λέει ο μπάρμπα γιάννης και πόσο απλά τα φτιάχνανε τά του σπιτιού τους πριν το σπιτι γίνει "περιβάλλον" τούρκοι κι έλληνες κι ας είχαν και τήν έχθρα τους στη θράκα;)

οι σκιές μιλάν said...

maison et decoration έγινε το σπίτι!

LaaaL