¨οι άνεργοι άτλαντες
διάτορα βογγούν
με στοναχάς, με θρήνους"
Aλήθεια είναι ένα μωρό που μαθαίνει; ένας ενήλικας που απορεί ;
Τι σου χαρίζω όταν σου χαρίζω;
Τι σου χαρίζω όταν σου χαρίζω; Σου χαρίζω μια προσδοκία ; μια νοσταλγία ; ένα τραύμα; Ένα κομμάτι κρέας; Ένα τμήμα από την χθεσινή μου σάρκα;
Πότε χαρίζω μιαν αλήθεια; Και που τι βρίσκω; Και τι χρώμα, άρωμα, γεύση και αφή έχει;
Πώς ξέρω ότι είναι αληθινή μου; Πονάει; Κάνει φαγούρα; Ανατριχιάζει; Κόβεται; Φουσκώνει; Έχει δάκρυα; Σάλια; Μουδιάζει; Ματώνει; Νυστάζει; Καίει; Κλαίει;
Αν και δεν καπνίζω πιά, θα έβρισκα υπέροχη την προσφορά μιας κασετίνας με αρωματικό καπνό η πούρα. Σαν κάποιος να μου χαρίζει την νοσταλγία μιας απόλαυσης που όμως δεν θυμάμαι.
Η και σαν κάποιος να χάριζε μια μνήμη που δεν έχει κανένα μάρτυρα στην αλήθεια της. Και που τελικά μπορεί να μην είναι καν αλήθεια …
Κι αυτό μπορεί να είναι αλήθεια. Μπορεί και ψέμα. Σαν στίχος τραγουδιού που είναι μόνο του μια αλήθεια η ψέμα....or ..... just a sad old feeling........
"Ποτὲ ἴσως μέσα στὴν ἱστορικὴ τῆς διαδρομὴ καὶ ὅταν ἀκόμη συμπιεζόταν ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ὡς ἰδιαίτερη ὀντότητα δὲν διέτρεξε τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει σήμερα, διότι ποτὲ ἄλλοτε οἱ ἐνσυνείδητες παρεμβάσεις καὶ τα μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὴν ἐπηρεάσουν τόσο δυσμενῶς, ἀκόμη καὶ νὰ τὴν ἀποδυναμώσουν. Σήμερα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἕνας ξεπερασμένος γλωσσαμυντορισμός, ἐν ὀνόματι μιᾶς τεχνητῆς Δημοτικῆς, μᾶς θυμίζει ὅλο καὶ περισσότερο τοὺς καθαρευουσιάνους γλωσσαμύντορες τοῦ παρελθόντος. Ἐπιθυμοῦμε νὰ τὸ διακηρύξουμε καθαρὰ: Γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει τὸ δίλημμα, δημοτικὴ-καθαρεύουσα, ὑπάρχει ἡ ἑνιαία ἑλληνικὴ γλώσσα, πολυδιάστατη στὴν σύγχρονή της ἀνάπτυξη, τὸ πιὸ πολύτιμο ἀγαθὸ τοῦ λαοῦ μας, τὸ πιὸ ἀξιόλογο προϊὸν ἐξαγωγῆς τοῦ τόπου μας στὸν διεθνῆ χῶρο. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε τοὺς κινδύνους μιᾶς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς γλώσσας μας, τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ λόγο καὶ τὴν λόγια παράδοση, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν δημώδη γλωσσικὴ κληρονομιά μας συνθέτουν μιὰν ἀδιάκοπη γλωσσικὴ συνέχεια καὶ πλοῦτο τεσσάρων χιλιάδων ἐτῶν."
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ἀριστοτέλης Νικολαϊδης, Γιάννης Ντεγιάννης, Ἀριστόξενος Σκιαδᾶς, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιῶργος Χειμωνᾶς.
απο την διακύρηξη του Ελληνικου γλωσσικού ομίλου (3/1982)Και τι θα έλεγε "αυτό" στους amands de la mar σ' ενα παλιό πόστ
η στον συν ομιλικό του καθρέφτη;
Το πρόσωπό σου
Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει
Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας ανεβαίνει
είναι ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει
Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι
Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει
Ο ερασιτέχνης
Έφευγε κάποτε σιάζοντας το ημίψηλό του και πάνω του στροβιλιζόταν η έγνοια της σοβαρής του ενασχόλησης. Με γρήγορο βάδην διέσχιζε το νεόδμητο άστυ και να τον στο σύλλογο, στη λέσχη ή στην εταιρεία, νεοκλασικό έμβλημα της σχέσης του με την ά-τοπη χώρα, των μουσών το θεραπευτήριο.
Κι αργότερα έφευγε, η Ελλάδα αναστέναζε, στις προκυμαίες έτρεμαν οι πρόσφυγες, στις πόλεις τα πρώτα εργοστάσια, δύσκολο ν’ απολαύσει άνθρωπος δειλινό… Μα αυτός με γρήγορο βάδην διέσχιζε το πένθιμο άστυ. Κάτι θα πει, βρε αδελφέ, μια κουβέντα με τα παιδιά της μαντολινάτας γι’ αυτόν τον Ντεμπυσύ ή για το Σουηδό που χαλά κόσμο στην Ευρώπη –Στρίντμπεργκ κάπως έτσι- κάτι φτάνει πάντα και σ’ αυτήν την Ελλαδίτσα.
Κι ύστερα έφευγε ακόμη, στο ακόνι της νύχτας η ζωή, πιο μαύρη από την κατοχή, άγριο αλφαβητάρι για παιδιά και μεγάλους. Μετά τον εμφύλιο, απλά άδειασε η χώρα. Ναι, πάλι εκεί θα πάει, προσπάθησε χθες με το ρόλο, πάντως το ρεπερτόριο πρέπει ν’ ανανεωθεί, Τέχνη και Ζωή, ιδού το δίλημμα, πόσο «μαύρο» αντέχει το κοινό; Αλλά κι αυτός, άνεργος, πέντε μήνες τώρα. Τι τα θες, «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος». Μέχρι να καταλαγιάσουν οι σκέψεις, έφτασε. Πρώτος, ευτυχώς έχει τα κλειδιά του υπογείου, θ’ ανάψει και την ξυλόσομπα.
Έφευγε κι όταν ο Χατζιδάκις έφτιαχνε έναν καθρέφτη να δούμε την ομορφιά μας κι όταν το ρεμπέτικο απενοχοποιούσε τον καημό κι όταν ο Ελύτης σήκωνε τις τύψεις μας στον ουρανό κι όταν το ροκ κατέβαινε στους δρόμους των ανήσυχων άστεων και τα Πανεπιστήμια ριγούσαν. Έφευγε όταν ο Κουν τιθάσευε τα καλλιτεχνικά ρεύματα και ένα «γελαστό παιδί» χανόταν κάθε βράδυ στις ψυχές μας.
Ακόμη φεύγει. Στην Αθήνα, στη Λάρισα, στην Πάτρα, στο Βόλο, στα νησιά, στα Τρίκαλα… Φεύγει με τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα και με όλους τους δείκτες στο κόκκινο: χρηματιστήριο, βομβαρδισμοί, η νέα Ευρώπη, ο υπερατλαντικός κίνδυνος, τα νέα μοντέλα οικογένειας, κρίση στις διαφυλικές σχέσεις, πού «να βρω την ψυχή μου», μύθος και το «ελληνικό καλοκαίρι»... Με γρήγορο βάδην διασχίζει το κατακερματισμένο άστυ. Θα κάνει τη γνωστή διαδρομή, χωρίς παραλλαγές, χωρίς λοξοδρομήσεις.
Και ίσως αυτό να είναι και το πιο βαθύ χαρακτηριστικό του: Το ότι –το δίχως άλλο- θα πάει στην ομάδα του απόψε. Έχει θέατρο!
Μαίρη Σιδηρά
