3/21/2008

21 Μαρτίου 1950, Cesare Paveze


Έχεις αίμα κι ανάσα.

Είσαι κι εσύ φτιαγμένη από σάρκα,

από μαλλιά και από βλέμματα. Η γη και τα δέντρα

ο μαρτιάτικος ουρανός, το φως,

πάλλονται και σου μοιάζουν-

το γέλιο σου και το βήμα σου

σαν νερά που αναπηδούν-

η ρυτίδα ανάμεσα στα μάτια σου

σαν σύννεφα μαζεμένα

το τρυφερό σου κορμί

ένας σβώλος στoν ήλιο.

Έχεις αίμα και ανάσα.

Ζεις σ’ αυτή τη γη.

Γνωρίζεις τις γεύσεις,

τις εποχές, τα ξυπνήματα,

έπαιξες στον ήλιο,

μίλησες μαζί μας.

Καθαρό νερό της άνοιξης

Βλαστός, χώμα,

ανθισμένη σιωπή,

έπαιξες όταν ήσουνα μικρούλα

κάτω από διαφορετικό ουρανό,

κι έχεις τη σιωπή μέσα στα μάτια σου,

ένα σύννεφο που αναβλύζει

σαν πηγή από τα βάθη.

Τώρα γελάς και δονείσαι πάνω απ’ αυτή τη σιωπή.

Γλυκός καρπός που ζεις

Κάτω από τον καθαρό ουρανό

που ανασαίνεις και ζεις

σ’ αυτή τη δική μας εποχή

στην κλειστή σιωπή

βρίσκεται η δύναμή σου. Όπως

το χλωρό χορτάρι στον αέρα

ανατριχιάζεις και γελάς,

όμως εσύ, εσύ είσαι γη.

Είσαι ρίζα σκληρή.

Είσαι η γη που περιμένει.


21 Μαρτίου 1950, Cesare Paveze, απο τή συλλογή "Vera la morte e avra i tuoi occhi"


Την ίδια μέρα , 21/3/1950 , σε μια από τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις ο Παβέζε γράφει :

" Δύσκολη μέρα. Στην Ιτ.(αλία) κατάσταση ακήρυχτου εμφύλιου πολέμου, διάφορες φωνές μιλάνε για αλυσιδωτή ατομική αντίδραση τον Απρίλιο. Όλα θέλουν να με χωρίσουν από εκείνη, να την στείλουν πίσω στην Αμ(ερική) , ν' αποκλείσουν τη Ρώμη, να τα χαλάσουν όλα.

Υπέφερα -έτσι πριν; Ναι τότε υπέφερα από το φόβο του θανάτου. Τώρα από το φόβο μην τη χάσω. Υπάρχει πάντα κάποια αιτία για να υποφέρει κανείς. Παραιτήσου. Στωικισμός, αυτό μετράει. Si fractus illabatur orbis**...."

**= στίχος από τις Ωδές του Οράτιου (ΙΙΙ , iii, 7): "Αν έπρεπε να πέσει κομματιασμένος ο κόσμος"

Mετάφραση Γιάννης Η.Παππάς , από το : «CESARE PAVESE , ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» , Αθήνα, Printa 2004

3/20/2008

Λασκαρατογεννημένα.

Σήμερα έχει γενέθλια το blog μου. Παρότι πολλές φορές το εγκατέλειψα, και μία το έσβησα κιόλας, τελικά επέζησε κι έφτασε και στα τρία! Οφείλω να του αναγνωρίσω την επιβιωτική του δύναμη και να ομολογήσω ότι το θαυμάζω γιατί έφτασε ως εδώ εντελώς μόνο του χωρίς να παρέμβω καθόλου στο μεγάλωμά του και χωρίς να του παρέχω την ελάχιστη φροντίδα.

Το μπλόγκ μου υπήρξε από την αρχή σκέτο μπλόγκ, έξω από το φύλο του προσώπου που έκανε τις αναρτήσεις, σαν τέτοιο ήθελε να μιλήσει και νομίζω δεν τα πήγε και τόσο άσχημα έστω κι αν με τους ψίθυρους τα πήγαινε καλύτερα. Αν κι ήταν στην αρχική του πρόθεση, ποτέ δεν αναφέρθηκε σε λόγους περί το φύλο. Δεν το μετάνιωσε που δεν το έκανε και δεν θα το κάνει ούτε σήμερα.

Θα κεράσει όμως, λόγω γενεθλίων, τα ζιζάνια λόγια του Ανδρέα Λασκαράτου του οποίου η ανάλυση για την κατασκευή του φύλου -και όχι μόνο- είχε προηγηθεί της υψηλής κοινωνιολογικής θεωρίας κατά 2 αιώνες.
Λόγια που πέραν του φύλου αφορούν και την σχέση μας με κάθε βλαστάρι μας -είτε πρόκειται για παιδί μας είτε για πνευματικό μας παιδί- και την ευθυνη της στάσης μας απέναντι στον εαυτό άλλο.

«….Ο Κεφαλονίτης προσμένει το παιδί που θα γεννήση η γυναίκα του, καθώς προσμένη και την έκβαση κάθε άλλης του εμπορείας. Έκαμε σερνικό; η δουλιά επίτυχε, εκέρδισε, εκείνην τη χρονιά νομίζεται πλουσιότερος. Έκαμε θυλικό; Η δουλιά επήγε κακά, έχασε , εκείνην τη χρονιά πέφτει sotto!... Εκείνην τη χρονιά του γεννηέται όχι ένα παιδί, μά ένα χρεϊ στο σπήτι του! Χρεϊ μισητό επειδή δεν επερίλαβε την ποσότητα την οποία υποχρεόνενται να πληρόσει!... χρέϊ που για είκοσι εξακολουθινούς χρόνους θαν του ζηγιάζει πάντα στους υπολογισμούς του, έως ότου λάβη από το γαμπρό του την περιλαβή του πρικιού, και ησυχάσει πώς έβγαλε το χρέϊ απάνουθέ του.!... Έτσι δεν είδε πουλιό στο παιδί του το θυλικο παρά ένα ομόλογο.! Ένα ομόλογο του οποίου επιθυμούσε το ξέσχισμα! Αξένει το θυλικό μέσα στο σπήτι, και αξένει στα μάτια του γονέωνε σαν ένας εχθρός οπού μια μέρα θ αρπάξει το πράμμα τους και θα φύγει!... «Μωρή κακό να σόρτη, Μωρή αναθεματισμένη , Μωρή αδούρητη» είναι η πουλιό συνηθισμένες κλητικές με τις οποίες πατέρας και μάνα κράζουν τες θυγατέρες τους, τρυπόμενες εδώ κι εκεί μέσα στο σπήτι, για ν αποφυγουνε τη φοβερή παρουσία της μάνας και του πατέρα!... «Να μη χρονιάσουνε , να σου σκάσουνε» κι άλλα παρόμοια, είναι τα αρεσκεύματα που η μανάδες κάνουν ανάμεσό τους!... Οι δαρμοί , τά φάσκελα, η μαμουροσύνες, το ψωμί το δεύτερο, ενώ τά σερνικά τρώνε το πρώτο, είναι τα πράματα που θα μείνουν εντυπομένα στο νού τους όντις μεγάλες, και που ωστόσο χοντροϊδένουνε , αγριόνουνε και πρικένουνε την καρδιά και το πνεύμα τους! Στο ύστερο, μια χτηνώδης ψυχή αποκάτου σε μορφή ανθρώπινη είναι το αποτέλεσμα της ζωής οπού επεράσανε στο πατρικό σπήτι.
Επειτα από μια τέτοια ανατροφή, μπορεί να ήναι όμορφες, να ήναι καλοντυμένες, να ξέρουνε να κόβουνε και να ράφτουνε, να καπακίζουνε και να γρατσουνούνε , και όμως να ήναι χτήνη με τά οποία να μη μπορέι κανείς να συζήση χωρίς να αισθάνεται την ελλάτωσή τους και την πρεπούμενη καταφρόνηση για δαύτες. Έτσι κηόλες είναι γνωμικό αναγνωρισμένο στον Τόπο, πώς, Η γυναίκες δεν πρέπει να μπαίνουνε στις δουλειές τες αντρίκες . Που θα ΄πη ότι η γυναίκες είναι θεωρημένες ως όντα κατώτερα, ανίκανα, και ανάξια να υψώσουν το πνεύμα τους και την ημπόρεσή τους έως το ύψος του πνεύματος του ανδρός !
Ιδού πως το απάνθρωπο μίσος των γονέων προετοιμάζει κ εκθέτει την μισή κοινωνία εις την καταφρόνιση της άλλης μισής. Και ιδού πως μια φυσικήν αντανάκλασην ελλατώσεως τα θυλικά τούτα ελλατωμένα τά αναθρέφουν τα σερνικά, τα οποία μια μέρα θα είναι άνδρες , και τα οποία βέβαια θα γεννούν κ εκείνα χτήνη από το είδος της μάννας, έως ότου η Ιταλία ναν τους σιάση το έξωθεν και να τά κάνη εξευγενισμένα χτήνη!...»

Ανδρέα Λασκαράτου , «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» , Κεφαλληνία 1856 .

3/17/2008

Θρασύβουλας

Σε μια παλιά καλή ελληνική ταινία ο Θανάσης Βέγγος ως καφετζής-φιλόσοφος, παραθέτοντας τα δικά του, στο τέλος της πρότασης προς επικύρωσή της και για του λόγου το αλάθητο, υπογράφει εναερίως με προφορική τζίφρα : «Θρασύβουλας» -η κάπως έτσι- υπογραμμίζοντας με τον τρόπο του σημειολογικά την uber alles δύναμη αλλά κι ευθύνη της προσωπικής άποψης.

Έχω βασανιστεί πολλές φορές με την ανάγνωση επώνυμων κι ανώνυμων κειμένων, που ξεκινούν με μια βαθυστόχαστη φράση ενός μεγάλου συγγραφέα η φιλοσόφου -το νόημα της οποίας κατά κανόνα αγνοούν -, για να αποκαλύψουν στη συνέχεια πίσω από την κουρτίνα του βαρύγδουπου το πρόσωπο του κενού. Μάλιστα δε όσο αρχαιότερος ο φιλόσοφος κι όσο μεγαλύτερη η άγνοια του έργου του, τόσο μεγαλύτερος κι ο κρότος.

Φυσικά η καθ’ αυτή αξία των συγγραφέων, φράσεις του έργου των οποίων γίνεται χρήση, δεν είναι δυνατόν ουτε να μειωθεί, αλλ’ ούτε όμως η επίκληση του ονόματος τους αρκεί -ως μαγικό ξόρκι- για να συγκροτήσει το ανερμάτιστο.

Ώστε να σκέφτομαι πώς η απλή, και καμία φορά και απλοϊκή άποψη, αποδεικνύεται ισχυρότερη και ουσιαστικότερη στην επάρκεια της αλήθειας της ως υπεύθυνη και μόνο ως προς τον εαυτό της , διότι θαρσείν ως προς τη βουλή και διακοσμείν μη ως προς τη δειλία.

Γι’ αυτό σας λέω αδέλφια καλό το ντεκόρ αλλά : «Θρασύβουλας uber alles» !

3/12/2008

Μετά την προβολή, των εντυπώσεων η προβολή


Οι νυχτερινοί δρόμοι είναι τής αγάπης


Η πιό μεγάλη οθόνη είναι αυτη που απλώνεται ανάμεσα στά μάτια σου

Τα χέρια που ακούν τά δάκρυα



(απο την έκθεση του Σωτήρη Δανέζη στο Μουσείο Φωτογραφίας /10 ο φεστιβάλ ντοκυμαντέρ Θεσ/κης )

3/09/2008


Θεσσαλονίκη το λιμάνι, όπως θά λέγαμε η εικονική ομορφιά του ζοφερού.

2/29/2008

She songs

Some songs , some times,
are
like warm drinks.
Such kind of songs,
are songs that sadness likes...


2/22/2008

Grammatastigermania

Denthelwtipota
!alitheiasoylew,tipotadethelwoyte
aftitimikristagonaapofwtiapoylampirizeistamatiasoy
otanekplissesaipoyakomaanavoynstomesasoydwmatiofwtakia
stinomorfiadenthelwtipotaaftitinepoxitoyxionioy

2/18/2008

Χιονοβούνι



" ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ, ΞΑΦΝΙΚΑ, ΘΥΜΗΘΗΚΕ ότι ή γη κινείται, αρχίζει

να ζαλίζεται και να παραπατά. Θέλει οπωσδήποτε, να αποβιβαστεί

απ' το επισφαλές τούτο όχημα΄ που όμως να πατήσει;

Ξερνά και βλαστημά τον Γαλιλαίο."


Αργύρης Χιόνης: "Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ" , ποιήματα 1966-2000 , Νεφέλη , Αθήνα 2006



Με τέτοιο χιόνι κάτι θυμήθηκα κι εγώ ....

στην έκδοση τηρείται πολυτονικό σύστημα. Λυπάμαι για την αδυναμία ακριβους αντιγραφης .

1/28/2008

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

"στην πραγματικοτητα καθε φορα που ανεβαινα τις λεξεις του τον τελευταίο μηνα, τον ένιωθα να κλωθογυρίζει το νημα σ ενα κουβάρι νοσταλγίας γιά ότι δεν θά επέστρεφε ποτέ ξανά..."

και ετσι, με τις τελευταίες, ήρθε στο νού μου αυτό το ποιήμα του Χ. Λάσκαρη

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Αυτό τό ποιήμα
ποτέ δε θα το ξαναγράψω.
Ποτέ δεν θά περάσω
απ'τά ίδια φιλιά.




tabako trio
πρόκειται γιά μουσικό σχήμα

τα επι μερους μέλη του γνωστά σ'οσους φουμάρουν παρόμοιους μουσικούς καπνούς


αν και για φέτος δεν έχουμε νεα τους ελπίζουμε σύντομα να τους συναντήσουμε κάπου


ακούστε αυτό:


http://www.tabakomusic.com/audio/ion%20%20mp3.mp3

κι αναζητείστε την σχετική σελίδα τους

όποιος μπορεί να βοηθήσει λέγοντάς μου με ποιό τρόπο φορτώνω ενα μουσικό αρχείο ωστε ν' ακουγεται με την εισοδο στο μπλόγκ η σε καποιο πόστ και θέλει, ας αφήσει ενα σχόλιο με οδηγίες

1/26/2008

TΩ ΑΝΩΝΥΜΩ





γιά τους Ανώνυμους Τρυφερούς....

1/22/2008

Νοσταλγός καπνός


Και στη Γαλλία γενικεύτηκε πρόσφατα η απαγόρευση του καπνίζειν.

«Εις την Γαλλίαν βεβαίως, που πια ένας Σαρκοζί την κυβερνά.
Ένας Σαρκοζί . Ένας γαμβρός!»


Γενικεύτηκε λοιπόν και στα μικρά-μικρά καφέ ακόμη, κι αμέσως άρχισαν οι φίλοι τις λεπτές τις συζητήσεις : Για την διανομή απαγορεύσεων κ ενδοτικοτήτων. Για τα μερίδια και τα μερίσματα των ομάδων: αν και που πρέπει -κι αν πρέπει κάπου-, να καπνίζουν οι καπνιστές. Για το αγαθό της δημόσιας υγείας κι αν επιτρέπεται η προστασία του να επιβάλλεται και πώς. Για την προστασία και τους τρόπους κατανομής της απολαβής των ατομικών δικαιωμάτων. Για τις αποχρώσεις της δημοκρατίας κι άλλα τέτοια που, σ’ έναν προδιατυπωμένο κόσμο -ως έτσι εκφραζόμενα- , φαντάζουν κουραφέξαλα και που συχνά τ’ ομολογώ μετέρχομαι κι εγώ ως γνήσιο η και νόθο τέκνο της Εσπερώπης ….


«Μα αληθινά σας λέω δεν σκέφτομαι την Δύση, μα αυτήν την άγρια φύση, πριν να την μετατρέψουν σ' άγρια Δύση»

Πάει βλέπεις και πολύς καιρός που ο καπνός μπήκε στα πακέτα κι απόλαυση δεν είναι. Που από ησυχαστική ηδονή και μυστική πνευματική επικοινωνία, έγινε ευτελής μαζική εξάρτηση κι αντί γι' απόλαυση ποταπή κραιπάλη.
Σκέφτομαι τους μεγάλους μας, που μας λείπουν τόσο, και τι θα ‘λεγαν ίσως για όλ’ αυτά τα χοντροκομμένα (μ’ ελάχιστες ασφαλώς και σίγουρα εύστοχες λέξεις).



Σκέφτομαι τον Νίκο Εγγονόπουλο που υπήρξε (με πολλούς σπουδαίους μας ακόμα) ένας θρυλικός, sans filtre, εκλεκτικιστής του καπνού!




Τέτοιους όρους, όρους απόλαυσης και ηδονής δεν τους γνωρίζει η αγορά. Αυτή ξέρει μόνο από χρήση και κατάχρηση.
Η αγορά μαζικοποιεί την απόλαυση και την ευτελίζει κατηγοριοποιώντας τρόπους και έθη κι επιβάλλοντας, -καν ήθη , καν συνήθειες-, μα φτηνές έξεις.
Η αγορά κατηγοριοποιεί τα πρόσωπα τα τσαλακώνει , τα λεκιάζει, τα στοιβάζει σε κατηγορίες αντιθέτων κουνώντας έπειτα μακιαβελικά την μπαγκέτα της για να διευθύνει την ατονική στριγκή της συμφωνία που δεν διακρίνει τις αποχρώσεις τις μουσικής που διαγιγνώσκει με βάσει το ισοζύγιο των δαπανών της και βαφτίζει αναλόγως την απολυταρχία της με ονόματα που μιλούν για δημοκρατία.


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


η πίπα από γιούσουρι
όπου θωπευτικά κρατώ
στα δάχτυλα
ταυτόχρονα με την άφταστη του καπνίσματος
την ηδονή
μού φέρνει έντονα και της θάλασσας
τη γοητεία
με τα αρμυρίκια και τα φύκια
της
τους άπατους βυθούς της
τους βαθυγάλανους
και τους κρυφούς
την απίθανη λαμπρότητα
των ψαριών
και των φυτώνε της

όμως
απ τα σαρκώδη λούλουδα της θάλασσας
προτιμάω πολύ περισσότερο
τα άνθη της στεριάς
τ’ αέρινα

για τά λουλούδια του κάμπου και των περβολιών
παθαίνομαι
και τα γνωρίζω καλά
ως τ’αγαπώ:
η αγάπη είναι ό μόνος τρόπος κάτι να γνωρίσουμε

γνωρίζω
λοιπόν
κάτι λουλούδια κόκκινα
που δεν θυμάμαι πώς τα λένε
και φυσικά δεν μπορώ και νάν τά πώ

και κάτι άλλα λουλούδια
υπέροχα μυστηριώδη
και κρυφά
γνωρίζω
όπου αυτά τά ξερω
τα ξέρω μάλιστα καλά
αλλά και που δεν κάνει διόλου ναν τα πώ

1/08/2008

Οι γιορτές τελείωσαν. Τά πολυκαταστήματα ξεστόλισαν.

Ώστε ελευθερα μπορώ να πώ πιά:

Καλή χρονιά αγαπημένοι κι αθώοι μου φίλοι!




ευχές απο καρδιάς με άρωμα απο την πιό αγαπημένη μου ίσως ταινία ....

12/29/2007

les amands de la mar


Δεν ξέρω αν η Αμαλία Τσακνιά είχε κάπως-πώς δει τους εραστές του Magritte, διαβάζοντας όμως την "θλίψη" της χθες βράδυ, δεν μπόρεσα -κι ας διαφωνούσαν κάποια απ' τα νοήματά μου- παρά να φέρω στο μυαλό μου αυτήν εδώ τήν εικόνα :





ΘΛΙΨΗ

Ή θλίψη έχει το πρόσωπο σημαδεμένο
γι' αυτό κυκλοφορεί με δυσκολία
πάντα φοράει ένα σφιχτό μαντήλι
μακριά απ'τά φώτα,
τους μεγάλους δρόμους
γι' αυτό μόλις μπορέσει νά ξεφύγει
θά τρέξει σάν πουλί κυνηγημένο
σε κάποιο πάρκο σιωπηλό
μονάχη
κι εκεί θά βγάλει τό μαντήλι
θ'ανασάνει
ωραία μες στά ξέπλεκα μαλλιά της

ωραία με το πρόσωπο σημαδεμένο.


Αμαλία Τσακνιά, Αθήνα 1978 συλλογή Αφύλακτη διάβαση
Ποιήματα 1969-1984, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 2000.


Δεν ξέρω άν ειναι δείγμα υγείας, πάντως δεν εχω καμμιά διάθεση φέτος να κάνω
ευχες γενικών και αιωνίων αγαθών ούτε και διαρκείας . Έτσι οι ευχές μου εξικνούνται στο ¨καλή πρωτοχρονιά", " καλά χριστούγεννα" "καλό σαββατοκύριακο" και τέτοια... Ίσως γιατί απλά νοστάλγησα τη θάλασσα, και τις μουσικές που την θυμίζουν κι ένα πάρτυ χωρίς μαντήλια!


12/22/2007

Άϊρα και Κάϊρα

έτσι έλεγαν οι γιαγιάδες μου, «Άϊρα και Κάϊρα»!

Κι οι γιαγιάδες μου, δεν ήσαν όποιες κι όποιες.

Ήσαν η πρωτογενής μου οικογένεια! Πρόσωπα δεσπόζουσας θέσης στην καρδιά, από εκείνα που είτ’ ενδυναμώνουν είτε ξεστρατίζουν τη ζωή σου η και τά δυό μαζί. Αγαπώσες, παρούσες, μόνες κι αυτάρκεις.
Μεγάλη ιστορία οι γιαγιάδες μα άλλο είναι τό θέμα μου.
«Άϊρα και Κάϊρα» λοιπόν, αποκαλούσαν τους «παντού τόπους»! τους τόπους δηλ. απ’ όπου επιστρέφουν εκείνοι που γυρίζουν σάν σβούρες την σβούρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Τους τόπους που πάς όταν χάνεσαι. Όχι τους τόπους που επιστρέφεις, αλλά τους τόπους που χάνεσαι....
«Που ήσουν Όλυφ άϊρα και κάϊρα;»
(«και γιατί γύρισες ;» όπως θα πρόσθετε ό Τ.Λ. ανακρίνοντας τήν μνήμη γλυκά).

Κάπως έτσι, το Κάϊρο γράφτηκε σάν ο τόπος που οπωσδήποτε θα ήταν μακρινός κι άπροσδιόριστος ακόμη κι αν επρόκειτο για την διπλανή πόλη. Και τέτοιος, παραδόξως, γινόταν ακόμη περισσότερο όσο πιό πολλά μάθαινα γι’ αυτόν, όσο περισσότερα συγκέντρωνα σε λέξεις, γεύσεις, μυρωδιές, εικόνες, στίχους και κυρίως ήχους.

Ποτέ μου δεν σκέφτηκα τό Κάϊρο σαν τόπο επιστροφής, ούτε όμως σάν πέρασμα.

«Μια πόλη γίνεται ένας κόσμος όταν αγαπάει κανείς κάποιον απ τους κατοίκους της» , λέει ο Ντάρρελ.

Για κάποιο λόγο τό Κάϊρο ήταν για μένα ένας τόπος δέντρο που θα βρισκόταν σταθερά πάντα εκεί για να σου θυμίζει πως πιό κάτω είναι οι φοινικιές κι η Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια, πόλη που νοσταλγούσα απο παιδί χωρίς να έχω συναντήσει κανέναν της κάτοικο εκτός απο στίχους του βέβαια.

Και να τώρα, χάρη στο ξεφυλλισμα του αγαπημένου μου «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου» του Ντάρρελ που τέτοια μέρα γιορτής μου δώρισε η Κ., του Νείλου τ’ αμμοχώραφα κι όχι μονάχα η Αλεξάνδρεια μοιάζουν περισσότερο με τόπο της επιστροφής φέροντας και τό Κάϊρο-δέντρο πιό κοντά. Διαβάζω ξανά:

«Πλατεία Ζαγλούλ-ασημικά περιστέρια στο κλουβί. Ένα θολωτό υπόγειο με μιά σειρά μαύρα βαρέλια, πνιγμένο στον καπνό απο τις τηγανιτές μαρίδες και την μυρωδιά του ρετσινάτου. Ένα μύνημα ορνιθοσκαλισμένο στο περιθώριο μιάς εφημερίδας. Εδώ έχυσα κρασί στο μαντώ της κ ενώ την βοηθούσα να επανορθώσει τη ζημιά άγγιξα τυχαία τά στήθια της. Δεν ανταλλάξαμε ούτε λέξη. Στο μεταξύ ο Περσγουόρντεν μιλούσε τόσο ωραία για τήν Αλεξάνδρεια και την πυρκαγιά τής βιβλιοθήκης της. Στο δωμάτιο από πάνω ένα κακομοίρικο παιδί στριγγλίζει απο μηνιγγίτιδα....»

Λώρενς Ντάρρελ , Αλεξανδρινό Κουαρτέτο , Ιουστίνη, μετφ Αιμίλιος Χουρμούζιος

Αργότερα βέβαια, μιά ξεχωριστή Πρωτοχρονιά άκουσα στην Αθήνα την Οm Kalsoum...


12/02/2007

To ραδιόφωνο του Μπρέχτ


Το σπίτι του Βertolt Brecht και της & Helene Weigel βρίσκεται σε μιά άχαρη συνοικία στό Σαρλότεμπουργκ, στο ακρόριο του παλιού ανατολικού Βερολινέζικου τομέα, δίπλα στo "γαλλικό", όπως λεγόταν τό '53 , νεκροταφείο.

Απο τον κήπο του παλιού δίπατου σπιτιού της Chausseestrasse, βλέπεις τά λουλούδια και τίς ταφόπλακες του κοιμητηρίου κι ανάμεσά τους εκείνες τών Hegel και Fichte .

Το σπίτι είναι όμορφο τήν άνοιξη, μα όλες οι εποχές το λούζουν στό φώς αιτία για το χρώμα τών στοιβαγμενων απο τοίχο σε τοίχο βιβλίων, που ανάμεσά τους μετράς ικανότατο όγκο αρχαιοελληνικής γραμματείας και άπω-ανατολικής ποίησης!

Εκτός απο τόν κινεζικό πάπυρο με τα χαϊ κού στο στενό υπνοδωμάτιο, δύο είναι τά αντικείμενα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου .
Τό ένα απο αυτά, το ραδιόφωνο του συγγραφέα .

Ο Μπρέχτ εμπιστευόταν την τεχνολογία και πίστευε πώς η χρήση της μπορεί όχι μόνο να υπηρετήσει την τέχνη, αλλά και να συμβάλλει διαμεσολαβητικά τόσο στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας όσο και τής ίδιας τής τέχνης δημιουργώντας ενεργητικούς ακροατές . Χαρακτηριστικά έγραφε το 1932:

"Το ραδιόφωνο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο μεσο για την εγκαθίδρυση μιάς δημόσιας επικοινωνίας, ένα τεράστιο δίκτυο απο καλωδιώσεις .
Δηλαδή αυτο θα μπορούσε να συμβεί αν ξέραμε πώς να δεχτούμε εξίσου όπως μεταδίδουμε , πώς να αφήσουμε τόν ακροατή να μιλήσει εξίσου όπως ακροάζεται , πώς να επικοινωνησουμε μαζί του αντι να τον απομονώνουμε . Στην βαση αυτή το ραδιόφωνο δεν θά ήταν ο παροχέας μιά επιχείρησης αλλά ο οργανισμός τών παροχέων ακροατών του"

Der Rundfunk als Kommunikationsapparat" in Bjitter des Hessischen Landestheaters Darmstadt, No. 16, July 1932]


Πέρα όμως απο τίς κοινωνικές του πεποιθήσεις γιά τό ραδιόφωνο, τό ίδιο το ραδιόφωνο-αντικείμενο, το μικρό εκείνο παλιό κουτάκι με τά κουμπιά στο υπνοδωμάτιο, ό Brecth φαίνεται να το αγαπούσε πολύ. Τόσο πολύ:


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ:

Μικρό μου κουτί,
που με κρατούσες συντροφιά
Στίς αποδράσεις μου
Κι εγώ σε φρόντιζα
Μην πάθεις τίποτα
Και σ' έπαιρνα μαζί μου
Απ'τό σπίτι στο καράβι
Κι απ' τό καράβι στο τραίνο
Ήσουν εκεί δίπλα στο κρεβάτι μου
Ακόμα και στις ώρες του πόνου
Απ'τό πρωί μέχρι τό βράδυ
Για να μπορούν οι εχθροί μου
Να μου μιλούν γιά τις νίκες τους
Να μου λένε πόσο νοιάζονται γιά μένα,
Θέλω να μού υποσχεθείς
Πώς δεν θά σωπάσεις ξαφνικά

Bertold Brecht
Mτφρσ. Μιχάλης Μήτρας
δημ. "η Λέξη", 132, τευχ. 1000, μάρτης-απρίλης '96


Δεν ξέρω πώς μου 'ρθε ξαφνικά να γράψω γιά τον Μπρέχτ και τό ραδιόφωνό του. Εγώ τα ποιήματα του Μανώλη Αναγνωστάκη σκεφτόμουν απόψε. Ας είναι.


11/27/2007



Lilac wine

Στο τέλος τής μέρας
η γεύση σου ζαλισμένη,

απλώνεται βελούδινη
στα συρματοπλέγματα

τής αγκαλιάς μου,

Lilac wine θεϊκα απο τον Jeff Buckley

11/26/2007



"Ye gods, what havoc does ambition make among your works!"

Joseph Addison



Beauty 'n havoc
Ο Edward Burtynsky η Jennifer Baichwl

και τα μηχανοποιημένα τοπία:



11/20/2007